Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ο κύριος Χάιντς Ντάριο Κούνιο έφυγε...

                         Αναμνήσεις από το κύριο Κούνιο…

Έχω υπηρετήσει ως φωτογράφος στην ΕΑ (σειρά 5η 70) και έχω απολυθεί αρχές του 1973.

Είναι άνοιξη, Μάιος του 1974. Έγινα 26 ετών τότε τον Ιούνιο, στη Θες/νίκη. Ένας «απλός» υπάλληλος φωτογραφείου ήμουν (κατά το ΙΚΑ), με μισθό 4.500 δραχμές/μήνα. Ήδη φωτογραφίζαμε εδώ και μια εβδομάδα τα Βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης, τοιχογραφίες, εκκλησίες κλπ.

Φορητή φωτογραφική μηχανή δεν άφησε το αφεντικό να έχω μαζί, έτσι όλα όσα έβλεπα στη παλιά πόλη στα μικρά βραδινά διαλύματα, με έκαναν να θέλω διακαώς να πάρω φωτογραφίες, αλλά πως; Πότε; Με τι;

Όταν τελειώσαμε τις στατικές λήψεις με τη μηχανή στούντιο, μετά από ένα μήνα σχεδόν χωρίς ωράριο κλπ «αηδίες», έπρεπε να μαζέψουμε τα πάντα και να επιστρέψουμε στην Αθήνα. Κατάφερα το αφεντικό να με αφήσει να μείνω δυο ημέρες χωρίς επίβλεψη για να δω χαλαρά τη πόλη, που τότε αντιστεκότανε στον εκσυγχρονισμό της.

Βρήκα ένα «μαγαζί» με φωτογραφικά, μπήκα και…

Εδώ όμως αρχίζει μια ενδιαφέρουσα ιστορία που θυμήθηκα απόψε 17 Απριλίου 2026 διαβάζοντας μια δυσάρεστη είδηση στα νέα.

Πίσω λοιπόν στο 74. Ήταν πρωί στην οδό Κομνηνών, η επιγραφή στο μαγαζί έγραφε: φωτογραφικά Κούνιο.

Και κόκκινη κλωστή δεμένη….

Ένας λεπτός, μάλλον ψηλός άνδρας με ευγενικά χαρακτηριστικά, με θλιμμένο χαμόγελο και έξυπνο αλλά πονεμένο πρόσωπο, με ρώτησε τι θα ήθελα.

Τι θα μπορούσα να θέλω;

Τι άλλο να ήθελα, του είπα, από μια φορητή οικονομική φωτογραφική μηχανή, καθώς δεν είχα πάρει μαζί μου μηχανή.

Ήθελα και μερικά φιλμ ασπρόμαυρα για να πάρω φωτογραφίες από τα παλιά απομεινάρια της πόλης που έφευγε.

Έλαμψαν τα μάτια του! Πιάσαμε μια φιλική-ζεστή-ανθρώπινη κουβέντα, γεμάτη φωτογραφία…

Με ρωτούσε με ενδιαφέρον για όλα σχεδόν (που έχω γεννηθεί, που μένω, τι εργασία έκανε ο πατέρας μου, γιατί δεν την ακολούθησα κλπ).

Με ρώτησε πως άρχισα με τη φωτογραφία, αν είχα εργαστήριο, τι μηχανές είχα κλπ. Ερώτησε τι ήξερα, πως τα έμαθα, αν είχα κάνει σπουδές κλπ.

Τότε δεν μου πέρασε από το μυαλό πως και γιατί είχαμε τόσο άμεση και καλή επικοινωνία, δεν γνωριζόμαστε από παλιά, δεν τον ήξερα!  Τον γνώρισα ως όνομα (Κούνιο) μόνο από τους άλλους συνάδελφους φωτογράφους αρκετό καιρό μετά, το 1975 ή 1976. Και τότε έμαθα πως ήταν Εβραίος και πολύ καλός έμπορος! 

Και λοιπόν; είχα σκεφτεί, ο άνθρωπος ήταν διαμάντι!

Στο μεταξύ, χωρίς να σταματήσει να μιλά, έσκυψε κάτω από το πάγκο και έβγαλε ένα κιβώτιο μεγάλο, χάρτινο, το έβαλε κλειστό στο πάγκο και συνέχισε να με ρωτάει αν έχω μηχανή ή μηχανές, τι μηχανή προτιμώ,, τι θέματα μου αρέσουν κλπ πληροφορίες δηλαδή που ανταλλάσσουν οι φωτογράφοι.

Άνοιξε το πραγματικά μαγικό κουτί, και έβγαλε κάτι σκούρα «πράγματα» που μύριζαν συντηρητικό λάδι προστασίας, και ήταν τυλιγμένα σε φίνο λαδόχαρτο.

Άνοιξε ένα «πράγμα» και αποκαλύφτηκε μια παλιάς σχεδίασης φορητή φωτογραφική με πτυσσόμενο θάλαμο- φυσούνα , αλλά εντελώς καινούρια, αχρησιμοποίητη, άπιαστη! Απομεινάρι άλλης εποχής ποιος ξέρει από ποιο έμπορο, ή κατασκευαστή.

Μου είπε σεμνά πως του έχουν απομείνει αρκετές και θα μου έδινε αυτή, η κάποια άλλη αν ήθελα σε τιμή δώρο, και να μην στενοχωριέμαι!

Έτσι, με «επέλεξε» μέσα από το σωρό, μια μαυρούλα zeiss 6Χ9 με φακό Scheider-Kreuznach 105mm f/3.5, εντελώς χειροκίνητη εννοείται. Και πόσο μου ζήτησε; 150 δραχμές! Μόνο.

 Σκέφτηκα, να είχα χρήματα θα τις αγόραζα όλες και όχι για εμπόριο! Αλλά δεν είχα. Ήθελα και μερικά φιλμ. Το μοντέλο αυτό «έκαιγε» φιλμ νο 120, και έβγαζε μέχρι 10 φωτογραφίες σε κάθε φιλμ, αν ήξερες τα βασικά για το φως και την έκθεση. Και φυσικά αν ήσουνα συγκεντρωμένος.

Ο κύριος Κούνιο, (για το πρόσφατα συγχωρεμένο σας ομιλώ 16 ή 17 Απρίλη 2026),  μου είπε πως λογικά θα χρειαστώ το λιγότερο 10-15 φιλμ 21 Din για το φως της εποχής (Μάιος προς Ιούνιο). Και πολύ σωστά πρόβλεψε από όσα του είπα! Έτσι πήρα και 15 φιλμ Perutz 6Χ9 νο 120 ασπρόμαυρα και «πλήρωσα» 300 δραχμές για όλα! Μόνο τα φιλμ έκαναν τότε 7 δραχμές το ένα (αν θυμάμαι). Μου βρήκε και ένα μικρό κίτρινο φίλτρο για το φακό της, δώρο και αυτό.

Οι φωτογραφίες που πήρα χάρη σε αυτή τη φωτογραφική ήταν όλες εξαιρετικές σε τονικότητα και ευκρίνεια χάρη στο φακό και τη μεγάλη επιφάνεια του πλαισίου 6Χ9 εκατοστών.

Την έχω ακόμη, τη βλέπω και θυμάμαι το λεβέντη άνθρωπο, τον Έλληνα, το πωλητή, τον άριστο στην επικοινωνία, φίλο των φωτογράφων και της φωτογραφίας, που μέχρι τότε δεν γνώριζα. Δεν ήξερα τότε τι είχε περάσει στα γερμανικά στρατόπεδα, ούτε για το βιβλίο του, ούτε για τον αριθμό που του είχανε δώσει οι Nazi. Έμαθα λίγο μετά, στην Αθήνα του 1975,  πως είχε δωρίσει μια φωτογραφική μηχανή reflex Asahi Pentax 35 mm ως έπαθλο σε Ελληνικό διαγωνισμό φωτογραφίας.

Σήμερα λοιπόν, απόψε, 17/04/2026 θυμήθηκα πως το 1943 σε ηλικία 13 ετών είχανε πάρει όλους τους Φρανκ (Γερμανούς Εβραίους που είχαν κρυφτεί στη σοφίτα) την Άννα Φράνκ τον ανήλικο «φόβο και τρόμο του Γ’ Ράιχ», τον Πέτερ, και τη Μαργκό την αδελφή της δυο χρόνια μεγαλύτερη. 

Το νεαρό τότε  Σαλβατόρ, ή Ντάριο Κούνιο (κατά τα δημοσιεύματα σήμερα), τον πήραν και αυτόν 15 ετών το 1943 οι ΝΑΖΙ, και του έδωσαν τον αριθμό 109565.

Ήταν τα παιδιά τεράστια απειλή για το Γ' Ράιχ!

Ενός λεπτού σιγή παρακαλώ, καθώς αυτά είναι 4 μόνο από τα ονόματα παιδιών που γνωρίζω σήμερα διαβάζοντας το ημερολόγιο και τα "νέα" για τη ζωή του.

 Πήρανε όμως και τους περισσότερους Έλληνες Εβραίους (το θρήσκευμα) της Θεσσαλονίκης. Τους πήρανε οι ΝΑΖΙ για «διακοπές» και τη τελική λύση του 1945.

Επέστρεψαν ελάχιστοι από τους κοντά 45.000, κατά άλλους 50.000, τους στοίβαξαν στα τρένα θανάτου μέχρι να φτάσουν, όσοι έφτασαν στα στρατόπεδα. Εκεί πέρασαν από βάσανα, βαριές δοκιμασίες, πορείες θανάτου, ελάχιστη τροφή, αρρώστιες, και στο τέλος; δεν γλύτωσαν τους θαλάμους αερίων! Επέζησαν ελάχιστοι Έλληνες, Εβραίοι το θρήσκευμα, τα επόμενα έτη, σακατεμένοι ψυχολογικά, και βιολογικά, ως ζωντανοί σκελετοί.

Ας είναι λοιπόν συγχωρεμένα και στο Παράδεισο, όλα τα θύματα της τρέλας αυτής και να μη τους ξεχνάμε.

Ψάχνοντας πληροφορίες για τη ζωή του κύριου Κούνιο, βρήκα πως ήταν και αυτός δίδυμος, όπως και εγώ, και η Άννα Φ, έτσι κατανοώ σήμερα το πώς και γιατί πιάσαμε τόσο εύκολα συζήτηση για τη φωτογραφία, γιατί πρόβλεψε τις ανάγκες μου και δεν τις εκμεταλλεύτηκε. Είχε "ανοιχτό μυαλό"!

Ταινίες, βιβλία, ιστορικά κείμενα που έχω συλλέξει για τη τραγική ζωή των ανθρώπων κάθε ηλικίας που κατάληξαν στα στρατόπεδα, με έκαναν να επιλέξω και το βιβλίο –ντοκουμέντο του θαυμάσιου αυτού κύριου που γνώρισα τότε, ένα βιβλίο που το περιμένω σε λίγες ημέρες.» Έζησα το θάνατο, αριθμός 109565.

Αυτός ο αριθμός, μου  έφερε στη μνήμη ένα άλλο μπράτσο με αριθμό ενός άξιου γιατρού ακτινολόγου (Χ.Π.) που μου το έδειξε πριν πολλά χρόνια με υπερηφάνεια αλλά και θλίψη καθώς ήταν και αυτός επιζών της κόλασης. Σουβενίρ της νιότης του ήταν το νούμερο!

Από νωρίς, (ήμουν 16 ετών όταν διάβασα το ημερολόγιο της Άννας Φ) έμαθα τα βασικά για τους Εβραίους. Από τη πολλαπλή ανάγνωση των διάφορων εκδόσεων του ημερολογίου, κατάληξα πως με ενδιαφέρει η συγγραφή και ανάγνωση μόνο ανάλογων ιστορικών κειμένων και ντοκουμέντων και όχι η δημιουργική γραφή.

Ας είναι λοιπόν ελαφριά η γη που δέχτηκε το βασανισμένο σώμα του άξιου αυτού άνθρωπου και μαχητή, και εύχομαι να ζήσουν οι απόγονοι για να θυμούνται και να τον τιμούν ανάλογα.

Ήταν ένα ευχάριστο, χρήσιμο και υπέροχο πρωινό του Μάη του 1974 που γνώρισα το Κούνιο, το φίλο της φωτογραφίας, και πώς να ξεχάσω; Τώρα που τελείωσα και το βιβλίο του: ¨έζησα το θάνατο", που το απόκτησα πρόσφατα διαβάζοντας αργά κάθε βράδυ. Και έφτασα στην ημέρα απελευθέρωσής του την 6η Μάη του 1945 ακριβώς την 6η Μάη του 2026 , εντελώς κατά σύμπτωση. 

Αυτό το βιβλίο είναι ακόμη ένα ντοκουμέντο με πληροφορίες που διασταυρώνονται και επαληθεύονται με άλλα ανάλογα "πονήματα" της περιόδου που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε. Μπορεί να μην έχει η γραφή του Κούνιο τη νεανική φρεσκάδα του ημερολογίου της Άννας, ούτε τη ευαισθησία του Μαουτχάουζεν του Καμπανέλη, αλλά είναι μια κατάθεση ψυχής ενός νεαρού τότε, και ενός ανθρώπου που κατάφερε και επέζησε ίσως και από τύχη...για να γράψει αυτό το ντοκουμέντο πριν από αρκετά χρόνια το οποίο δεν είναι Ai, μηδέ δημιουργική γραφή. 

Ιωάννης Γλυνός

Συνταξιούχος φωτογράφος

17/04/2026

3η θεώρηση: 19/04/2026

4η θεώρηση 10/05/2026

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Ψηφιακή Φωτογραφία, αρχίζοντας από το μηδέν

                         Φωτογραφική αισθητική

Οι φωτογραφίες και τα κείμενα είναι δική μου  πνευματική ιδιοκτησία, η Google χρησιμοποιεί cookies, όχι εγώ και δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να σας ζητήσω κάτι. Μπορείτε να κρατήσετε ότι σας αρέσει για προσωπική χρήση, όχι να το παρουσιάσετε ως δικό σας. Όλα μου τα blog φιλοξενούνται εδώ και αρκετά χρόνια από τη Google χωρίς αμοιβή, η κάποιο κέρδος και ευχαριστώ.

 Στην εποχή μας, το σωτήριο έτος 2003 (* τώρα αναθεωρώ -γράφω Απρίλιο του 2026), όπου και να γυρίσουμε το βλέμμα θα δούμε φωτογραφίες και εικόνες (περιοδικά, αφίσες, διαφημίσεις, τηλεόραση, κινηματογράφος κλπ).

 TESTING INFRARED FILTER

Οι εικόνες, είναι είτε φωτογραφίες που έχουν υποστεί τόση επεξεργασία, που περισσότερο παραπέμπουν σε ζωγραφική κάποιας τεχνοτροπίας, είτε είναι ζωγραφικοί πίνακες, καθαρά προϊόντα του πνεύματος που οδηγεί το χέρι.

Τέλος, είναι οι «απλές - φυσικές - γνήσιες φωτογραφίες», που κακώς ονομάζουμε εικόνες (imaging) εφόσον εδώ και αρκετά χρόνια απώθησαν-απάλλαξαν τη ζωγραφική από την φωτογραφική απεικόνιση και την οδήγησαν σε καινούρια μονοπάτια τεχνοτροπίας και δημιουργίας.

Οι απλές φυσικές φωτογραφίες, είναι αυτές που μπορεί να πάρει ο καθένας εύκολα, χωρίς μακροχρόνιες σπουδές, γι αυτό και η φωτογραφία παρουσιάζει τεράστιο δημιουργικό ενδιαφέρον για τον απλό κόσμο.

Οι φωτογραφίες, είναι προϊόντα μιας συσκευής, της φωτογραφικής, που η λειτουργίας της διέπεται από ένα πρόγραμμα, το οποίο οδηγεί τόσο τη μηχανή, όσο και τον άνθρωπο στο πως να καταγράψει οπτικά αποσπάσματα του χώρου και του χρόνου που μας περιβάλλει. Είναι δηλαδή η φωτογραφική μια μηχανή κατασκευασμένη και προγραμματισμένη να παίρνει φωτογραφίες στα χέρια του ανθρώπου. Μιλάμε λοιπόν αρχικά για φωτογραφική καταγραφή χωρίς επεμβάσεις στη δομή της φωτογραφίας (κοκκώδες).

Η φωτογραφία, είναι το πρωτογενές «υλικό» που βγαίνει ευθύς εξ αρχής από την φωτογραφική μηχανή και την εκτυπωτική, και όχι αυτό που θα προκύψει μετά από «δημιουργικές» φωτοχημικές επεμβάσεις-επεξεργασίες (πχ σέπια τονισμός, υψηλό κοντράστ, αναστροφή κλπ) με κάποιο λογισμικό αν είναι ψηφιακή φωτογραφία.

Όσο για την παλιά τέχνη του ρετούς επάνω στο φιλμ και το φωτογραφικό χαρτί, είναι κάτι που έχει ξεχασθεί εδώ και καιρό, αλλά εδώ υπάρχει έντονη εικονική και ζωγραφική επέμβαση από τον ειδικό φωτογράφο, ή ζωγράφο. Στην προσπάθειά μας να δώσουμε μεγαλύτερη αξία στην φωτογραφία από αυτήν που πραγματικά έχει στην αρχική της μορφή, επινοούμε τεχνικές εκτύπωσης, εφέ, δημιουργικές παρεμβάσεις στην δομή του φιλμ, ή του χαρτιού, που πολλές φορές καταλήγουν σε κάτι που δεν μπορεί να επαναληφθεί, γιατί ίσως ξεχάσαμε και τη διαδοχή των επεμβάσεων… Γενικεύοντας τώρα, μπορούμε να πούμε και αυτά τα αποτελέσματα φωτογραφίες; Τίθεται ένα τεράστιο θέμα εδώ γιατί ένα βασικό χαρακτηριστικό της φωτογραφίας είναι και η εύκολη αναπαραγωγή της.

Μια για πάντα, η μαγεία της φωτογραφίας είναι η ευκολία της και η φθηνή-ταπεινή της καταγωγή. Δεν πρέπει λοιπόν να προσπαθούμε να κάνουμε τις φωτογραφίες μας να μοιάζουν με κάτι άλλο. Αν για παράδειγμα, μου παραγγείλετε να έρθω να σας φωτογραφίσω για μια καλλιτεχνική φωτογραφία (εβδομαδιαία τη λέγανε τον παλιό καιρό), και εγώ σας δώσω μετά τη φωτογράφηση μια εκτύπωση από ένα εσκεμμένα-δημιουργικά γδαρμένο αρνητικό με κάθε είδους επεμβάσεις, όχι πέστε μου είστε έτοιμοι να το πληρώσετε και να το δεχθείτε. Ωστόσο, ενδέχεται να είναι αυτό το αποτέλεσμα άξιο ανάρτησης σε έκθεση και ικανό να αποσπάσει βραβείο , ή υψηλή τιμή πώλησης, η αγοράς. Τα έχω δει όλα.

 Οι φωτογραφίες, είναι υποκατάστατα της ορατής πραγματικότητας, και όχι η ίδια η πραγματικότητα, αυτό είναι κατανοητό και όλοι εμείς «οι κοινοί θνητοί» περιμένουμε από μια φωτογραφία που σέβεται τον εαυτό της, να μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο με την πραγματικότητα. Θα ήθελα η φωτογραφία μου να μου μοιάζει δηλαδή. Αυτό είναι νομίζω σαφές και ξεκάθαρο όπως το καθαρό-κρυστάλλινο νερό. Αυτό κάνει λοιπόν το πρόγραμμα της φωτογραφικής μηχανής που γίνεται από τον άνθρωπο, έμμεσα όμως επηρεάζει-προγραμματίζει τον άνθρωπο στο πως θα λειτουργήσει φωτογραφικά και είναι στο χέρι του να προσπαθήσει να κάνει κάθε είδους υπέρβαση που θα τον οδηγήσει ακόμη και σε μια φωτογραφία που να θυμίζει όσο γίνεται λιγότερο την ορατή πραγματικότητα, αρκεί αυτό να γίνει πρωτογενώς και να μην χαθεί κάθε σχέση με το « ορατό και πραγματικό». Το αν εμείς αντιληφθούμε αυτή την υπέρβαση του φωτογράφου, είναι θέμα φωτογραφικής παιδείας γιατί η πραγματικότητα του φωτογράφου είναι διαφορετική από την δική μας που δεν είμαστε μπροστά την στιγμή της όποιας φωτογραφικής του δημιουργίας. Ο φωτογράφος επομένως είναι απαραίτητος για τη λήψη της δημιουργικής φωτογραφίας. Χωρίς τον άνθρωπο, όταν έχουμε απουσία χειρισμού, ή τηλεχειρισμού, η μηχανή δεν μπορεί να κάνει κάτι, πέρα ίσως από μια προγραμματισμένη αυτόματη φωτογράφηση χωρίς την ανθρώπινη επιλογή της στιγμής , ή, του κάδρου. Τι είναι όμως μια δημιουργική φωτογραφία; Τι είναι αυτό που την ξεχωρίζει από μια φωτογραφία του σωρού; που θα της δώσει αυτονομία και αθανασία?

Χρειάζεται αρκετή γνώση της αισθητικής και της φωτογραφικής ιστορίας για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό. Όμως εγώ θα έλεγα πως αν βλέποντας μια φωτογραφία, μας δίνει χαρά, ευχαρίστηση, ηθική ικανοποίηση, αισθητική απόλαυση, προβληματισμό, μια βαθύτερη μελαγχολική αίσθηση πως τελικά όλα είναι χάος αλλά ευτυχώς και είναι έτσι, πως τελικά υπάρχει ομορφιά μέσα στην ασχήμια, καλό μέσα στο κακό, πως η ζωή είναι παράλογη αλλά ευτυχώς είμαστε ζωντανοί, ε, τότε δεν μπορεί, αυτή η φωτογραφία κάτι έχει που την κάνει δημιουργική.

Δημιουργική είναι η φωτογραφία που αφήνει να εννοηθούν πολλά χωρίς να λέει τίποτα, είναι η φωτογραφία που όσο την κοιτάζεις ανακαλύπτεις κάτι νέο που όμως ήταν εκεί μπροστά σου αλλά εσύ δεν το έβλεπες. Λίγες φωτογραφίες περνάνε αυτή την δοκιμασία, όμως είναι αυτές που μας κάνουν να θέλουμε να πάρουμε την δική μας φωτογραφική και να πάρουμε φωτογραφίες. Όλοι οι φωτογράφοι γνωρίζουμε πως οτιδήποτε αλλοιώνει τη πιστή-φυσική καταγραφή μετά τη φωτογράφηση, μετατρέπει αυτόματα την φωτογραφία σε τεχνική εικόνα.

Ο καθένας μας μπορεί να αποφασίσει τι είδους εικόνες του αρέσουν, φωτογραφικές, ή, ζωγραφικές, ασπρόμαυρες, ή έγχρωμες, ποιητικές-καλλιτεχνικές, ή,  επιτυχημένες-εμπορικές. Η κλασσική, χρυσή εποχή της φωτογραφίας έμεινε ως η εποχή της πραγματικής –φυσικής φωτογραφίας χωρίς ανθρώπινες επεμβάσεις (strait photography) μετά τη λήψη της φωτογραφίας, όσο για τις φωτογραφικές μηχανές της εποχής εκείνης ήταν εργαλεία «πρωτόγονα», απλά, και γι αυτό απαιτούσαν μεγαλύτερη συμμετοχή τεχνική και αισθητική καλλιέργεια για να αποδώσουν κάτι άξιο λόγου, ένα φωτογραφικό έργο τέχνης.

Σήμερα έχουμε τεράστιο πρόβλημα με τις λέξεις και τις έννοιες, η σύγχυση είναι εύκολη και αν προσέξουμε θα δούμε πως λέξεις με μεγάλο φορτίο, όπως είναι: «τέχνη», «ελευθερία», «δικαιοσύνη», «όμορφο», δημιουργικό» κλπ είναι αυτές που ο καθένας τους δίνει αυθαίρετα όποια τιμή θέλει λες και είναι μαθηματικές μεταβλητές. Όμως, οι λέξεις ως υποκατάστατα εννοιών, θα πρέπει να δηλώνουν κάτι συγκεκριμένο, διαφορετικά η Βαβέλ είναι το αμέσως επόμενο βήμα. Έτσι λοιπόν, οι ψηφιακές φωτογραφίες και οι ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, με το ελαχιστοποιημένο κόστος ανά λήψη, οδηγούν μαθηματικά σε μια περαιτέρω αύξηση των φωτογραφιών και των εικόνων πράγμα που οδηγεί στην ανάγκη για μια γλώσσα της φωτογραφίας και της εικόνας. Η ανάγκη αυτή γίνεται επιτακτική σήμερα διότι ο λόγος υποσκελίζεται από τις εικόνες και τις φωτογραφίες που είναι περισσότερο περιεκτικές σε νόημα από χίλιες λέξεις, λένε. Βεβαίως, χίλιες και περισσότερες λέξεις δεν θα  μας δώσουν μια φωτογραφία  αλλά ίσως μια θολή-ονειρική εικόνα που ο καθένας θα την δει με άλλο τρόπο. Εδώ πρόκειται για εντελώς δυο διαφορετικές έννοιες, δηλαδή λόγος - φωτογραφία.

Για τον ερασιτέχνη φωτογράφο, που θα αποκτήσει μια μικρή ψηφιακή κόμπακτ, όλα αυτά στην αρχή ίσως είναι «ψιλά γράμματα», σύντομα όμως, θα γίνει και αυτός ένας άνθρωπος homo photographicus, οπότε ανάλογα με την φωτογραφική που έχει επιλέξει, θα μπορεί μέσω του προγράμματός της να χειρισθεί την φωτογραφική καλύτερα, ή, ατελέστερα. Θα μπορεί να συλλαβίσει, να μιλήσει, να τραυλίσει, να απαγγείλει, να ουρλιάξει, ή να μουγκρίσει! Πως είναι δυνατόν η ψηφιακή φωτογραφική να επηρεάσει την φωτογραφική γλώσσα; Πολύ απλά με την ευκολία φωτογράφησης που προσφέρει στον καθένα, με την όποια ακρίβεια ελέγχου, με τις δυνατότητες του φακού, την χρωματική απόδοση και όλα εκείνα τα τεχνικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την τιμή της και το πρόγραμμα φωτογράφησης. Πρόγραμμα επομένως δεν είναι μόνο το λειτουργικό της έκθεσης και της εστίασης, αλλά και οι δρόμοι που ανοίγονται στον φωτογράφο προκειμένου να προσεγγίσει το θέμα που θέλει να φωτογραφήσει. Για να μην υπάρχουν ασάφειες, λέω ότι μόνο με μια φωτογραφική μηχανή μπορούμε να πάρουμε φωτογραφίες και αυτό είναι θέμα προγραμματισμού της συσκευής. Αλλά πρόγραμμα είναι και το πώς θα τις πάρουμε (στοιχεία έκθεσης, υπολογισμοί κλπ), κράτημα, σκόπευση, ακρίβεια κάδρου, απόκριση κλείστρου, εκτύπωση και χρήση των φωτογραφιών, κλπ.

Γενικότερα, με την απόκτηση μιας φωτογραφικής μηχανής, ο φωτογράφος εισέρχεται σε ένα κόσμο σκιών και φωτός όπου απουσιάζει ο προφορικός, ή γραπτός λόγος, μαθαίνει να βλέπει, να παρατηρεί τις λεπτομέρειες, να στέκεται σε αυτά που έχουν αισθητική αξία, αυτά που ο έμπειρος χειριστής της φωτογραφικής γλώσσας προσπαθεί να εξηγήσει σε εμάς τους άλλους δείχνοντας επιλογές θεμάτων. Να μας δείξει δηλαδή, «τι είδε». Έτσι θα πρέπει να ορίσουμε ίσως εκ νέου τι είναι φωτογραφία, τι αναμνηστική φωτογραφία, τι είναι μια ωραία φωτογραφία, τι είναι μια καλλιτεχνική φωτογραφία, ίσως και τι είναι τελικά τέχνη. Γιατί δεν μπορεί, κάτι πρέπει να είναι στραβό όταν η διαφήμιση σου λέει ότι «αυτό είναι τέχνη» και σου πουλάει έπιπλα, ή κοσμήματα κλπ. Άλλο τέχνη επομένως και άλλο εμπορικό κέρδος. Οι άνθρωποι θέλουμε η τέχνη μας να υπερισχύσει της ύλης και να καταστεί άφθαρτη, για το λόγο αυτό χρησιμοποιούμε υλικά που αντέχουν στο πέρασμα του χρόνου. Σχεδιάζουμε με φυσικά χρώματα, σκαλίζουμε και γυαλίζουμε πέτρες και μέταλλα, γράφουμε εικόνες στον αισθητήρα και θέλουμε να μείνουν έτσι για πάντα και να εκπέμπουν ίσως και ένα μήνυμα. Επομένως μια κρεβατοκάμαρα, ένας καναπές, ένα ψυγείο, ακόμη και ένα όπλο θανάτου μπορεί να έχουν σχεδιασθεί ώστε να είναι όμορφα και καλαίσθητα. Αν όμως επιμένουμε να λέμε πως αυτό είναι τέχνη, τότε αλίμονο…

Έτσι τα πράγματα καταλήγουν στην Βαβέλ πολύ γρήγορα. Σήμερα η κοινωνία μας είναι χρηστική, δεν ανέχεται και δεν μπορεί να πληρώσει κάτι όμορφο και άχρηστο που είναι τα βασικά συστατικά της τέχνης, εκτός και αν υπάρχει και κάποιο υλικό περιτύλιγμα (υπογραφή ενός μεγάλου σχεδιαστή σε ένα ρούχο, ή ένα αυτοκίνητο). Έτσι κάθε φωτογράφος με μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή στο χέρι, θα πρέπει να καταλάβει πως αν του αρέσει κάτι που βλέπει και θέλει να το φωτογραφήσει, πρέπει να το φωτογραφήσει σαφώς, θα έλεγα και άμεσα. Όμως αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη τέχνη γιατί η τέχνη είναι μεν προσωπική υπόθεση, αλλά πρέπει και να επικοινωνεί μέσω αυτής με τους συνανθρώπους μας, αν όχι με πολλούς, έστω και με έναν. Αν κάποιος θελήσει επίσης να πάρει μια αναμνηστική φωτογραφία, αυτή δεν θα είναι αναγκαστικά αναμνηστική και για εμάς και ενδεχόμενα να μην μας συγκινήσει καθόλου, διότι εδώ μπαίνει το προσωπικό στη μέση και ευτυχώς έχουμε άποψη και δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Έχω άποψη, σημαίνει να μου αρέσει κάτι κι ας μην μπορώ να το εξηγήσω. Θέμα αισθητικής παιδείας.  

Όμως αν κάτι δεν μου αρέσει, δεν σημαίνει πως αυτό δεν είναι όμορφο, έστω και πάλι αν δεν μπορώ να το εξηγήσω. Αν παίρνοντας μια αναμνηστική φωτογραφία, οδηγώ και κάπου αλλού το μυαλό του θεατή, αναμοχλεύω μνήμες και δαιμόνια και τελώνια απωθημένα, τότε αυτή η φωτογραφία ξεπερνάει ενδεχόμενα την απλή καταγραφή της ορατής πραγματικότητας και ίσως και κάποιος άλλος λάβει το SMS, διαφοροποιημένο όμως ανάλογα με την ποιότητα της ψυχής του. Γιατί η δημιουργική φωτογραφία, ποτέ δεν δίνει το ίδιο ακριβώς μήνυμα σε όλους τους αποδέκτες. Αυτό είναι ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της.

Η φωτογραφία ως τέχνη, έχει ίσως σχέση με την τέχνη της εικόνας, αλλά έχει και ένα τεράστιο πρόβλημα καθώς η αντιγραφή της φύσης δεν είναι τέχνη σύμφωνα με τις ακαδημαϊκές προδιαγραφές της ζωγραφικής. Πηγάζει όμως από την ορατή πραγματικότητα και χωρίς αυτήν δεν υπάρχει φωτογραφία. Έτσι είναι μεν όμορφη η φύση και το περιβάλλον, αλλά αυτό δεν αρκεί για να μας δώσει μια καλλιτεχνική φωτογραφία, αλλά θα μας δώσει τη φωτογραφία της όμορφης φύσης, αν έχει και το καλό φωτισμό κλπ.

Εκτός αυτού, είναι τόσο εύκολη η λήψη μιας φωτογραφίας με τις σύγχρονες ψηφιακές φωτογραφικές, που αν ο καθένας  μας μπορεί να πάρει μια σωστή φωτογραφία από αυτό που βλέπει, τότε δεν υπάρχει το μοναδικό και ανεπανάληπτο της τέχνης. Ωστόσο είναι χωρίς αμφιβολία μια πολύ ισχυρή αναβάθμιση της γενικότερης αισθητικής του απλού κόσμου. Οι ερασιτεχνικές φωτογραφίες σε τούτο ξεχωρίζουν από τις φωτογραφίες των μεγάλων φωτογράφων, είναι ίσως άψογες από τεχνική άποψη λόγο της προόδου της φωτογραφικής μηχανής και της εξέλιξης των προγραμμάτων, αλλά λόγο ελλιπούς αισθητικής φωτογραφικής παιδείας και υπέρ-προσφοράς δεν μπορούν να περάσουν όλες στην ιστορία.

Ωστόσο οι φωτογραφίες δίνουν χαρά και ικανοποίηση στον ερασιτέχνη και αυτό είναι κάτι που μόνο η φωτογραφική μηχανή μπορεί να κάνει ως έξυπνη συσκευή που δεν αναπαράγει την τέχνη των άλλων όπως το CD, ή το DVD, αλλά βοηθάει τον άνθρωπο στο να δημιουργήσει ο ίδιος τις δικές του εικόνες, τις δικές του φωτογραφίες, να καταγράψει και να συλλέξει τις δικές του οπτικές μνήμες.

Μπορούμε να έχουμε όμορφες δικές μας φωτογραφίες;



Βεβαίως και γίνεται. Ακόμη και σκόπιμα κουνημένες , η θολές (λάθος εστίασης), σκοτεινές κλπ μπορεί να έχουν αισθητικό και καλλιτεχνικό  ενδιαφέρον, και το έχω δει.

Είναι στο χέρι μας να γίνουμε δημιουργοί, να προσπαθήσουμε έστω. Η φωτογραφική μηχανή σε συνδυασμό με την προσωπική μας ματιά, άσχετα από τα προγράμματα και τις τεχνικές είναι βολική και μας περιμένει.

Όλο που χρειάζεται είναι να αρπάξουμε την ευκαιρία για να δημιουργήσουμε. Αρχικά οι φωτογραφίες μας ας είναι όμορφες λήψεις από την φύση που αποτελεί μεγάλη και δωρεάν πυγή έμπνευσης. Ο ήλιος, το φως και η σκιά είναι φίλος του φωτογράφου, αρκεί να μην είναι μόνιμα σε όλες τις φωτογραφίες πίσω, ή, από πάνω από το κεφάλι του. Μπορεί οι φωτογραφίες να μοιάζουν και με ζωγραφική;  δεν πειράζει, είναι και αυτό μέσα στην αισθητική εξέλιξη του φωτογράφου. Όταν καταλάβουμε ότι τα μάθαμε και τα είδαμε όλα και αυτό δεν μας οδηγεί πλέον πουθενά γιατί η φωτογραφία δεν είναι ασφαλώς ζωγραφική, τότε θα πρέπει να βρούμε στην συνέχεια τα δύσκολα και τα βαθύτερα. Χρειάζεται αναγκαστικά η γνώση της ιστορίας της φωτογραφίας διότι πριν από εμάς έχουν υπάρξει φωτογράφοι που πέρασαν αυτά τα στάδια και άφησαν μια σκάλα που πρέπει να την ανέβουμε έστω κατά ένα σκαλί. Μια σύγκριση οποιασδήποτε φωτογραφίας μας με όσες παρόμοιες αξιόλογες έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα, θα μας βγάλει από το αγωνιώδες ερώτημα και την αμφιβολία για το αν είμαστε σε σωστό δρόμο. Αυτό που πρέπει κάθε φωτογράφος να κατανοήσει, είναι πως η φωτογραφική μηχανή πέρα από το εξυπνότερο και δημιουργικότερο εργαλείο, είναι και ένα μέσο για να εξασκούμε την μνήμη μας.

Πως θα καταλάβουμε αν πρέπει να φωτογραφήσουμε ένα θέμα;

Κάθε αξιόλογη φωτογραφία ξεκινάει από την στιγμή που είμαστε σε θέση να την αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει και βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Πως θα γίνει κάτι τέτοιο; Μα, με την ταχύτατη σύγκριση αυτού που βλέπουμε με ότι έχουμε «καταχωρημένο» στη δική μας φωτογραφική βάση δεδομένων στο μυαλό μας. Άρα, όσες περισσότερες φωτογραφίες βλέπουμε και παίρνουμε, τόσο το καλύτερο. Όσες περισσότερες θυμόμαστε, τόσες περισσότερες αξιόλογες θα είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε. Και πιστέψτε με, είναι πάντα όλες μπροστά στα μάτια μας, αλλά στην αρχή δεν υποψιαζόμαστε πως υπάρχουν. Δεν τις βλέπουμε καν.

Φωτογραφίζω, σημαίνει μαθαίνω να βλέπω, επιτέλους.

Η αισθητική της φωτογραφίας σήμερα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι η εμπορική αισθητική της διαφήμισης. Ότι δεν πουλάει δεν είναι και άχρηστο. Δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη και άποψη για μια φωτογραφία κάποιος που δεν γνωρίζει τίποτα για τους προηγούμενους άξιους φωτογράφους, ή, ακόμη χειρότερα, αν δεν είναι ο ίδιος καλός φωτογράφος. Μπορούμε να πούμε αν μας αρέσει μια φωτογραφία, όμως πρέπει να είμαστε σε θέση να ονομάσουμε έστω ένα πλεονέκτημά της. Όσο για τις φωτογραφίες που δεν μας αρέσουν, ίσως αυτό συμβαίνει γιατί δεν τις κατανοούμε. Αν κάποιος διαφωνεί, δεν έχει παρά να κρεμάσει στο σπίτι του τη φωτογραφία μιας διαφήμισης, αντί μιας φωτογραφίας του A.C. Bresson, ή του Andre Kertesz

 

Γιάννης Γλυνός

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

1826-2026 Διακόσια χρόνια φωτογραφία

 

Διακόσια χρόνια πέρασαν από τη λήψη της πρώτης«φωτογραφίας» του Nicéphore Niépce.

Σήμερα, (για την ιστορία) είναι σωτήριο έτος 2026  (15 Φεβρουαρίου), είναι μια συννεφιασμένη Κυριακή από την Αφρικανική σκόνη και το τρελό Νοτιά.

 Λήψη πρώτης φωτογραφίας, η «Φωτογραφία» δηλαδή είναι το θέμα.

Τα εισαγωγικά μπαίνουν στη λέξη καθώς η πρώτη αυτή, κοινά αποδεκτή ιστορική, φωτογραφική προσπάθεια, είναι πλέον τοποθετημένη σε μουσείο. Αλλά, πιότερο θυμίζει σήμερα δημιουργική επεξεργασία, ή κάποιο εφέ αν τη συγκρίνει κάποιος σύγχρονος με μια ψηφιακή φωτογραφία σαν αυτές που βγάζει με το κινητό του τηλέφωνο. Τυπικά και δίκαια; ήταν μια «αποτυχία», σαν τη πρώτη προσπάθεια να σταθούμε όρθιοι. Η πρώτη «φωτογραφία» του Niépce, παρουσιάζει ένα αστικό τοπίο (τις σκεπές που έβλεπε από το παράθυρο του) με υψηλό, διακριτό κοκκώδες και δυο τόνους: άσπρο σαν του χαρτιού ή του φωτισμένου, και μαύρο της σκιάς και του αφώτιστου. Αφαίρεση και απλότητα! Για τη πληροφορία σας, η λήψη κράτησε μερικές ώρες, ήταν μια και μοναδική δαγεροτυπία.

 Για τον σύγχρονο άνθρωπο, που η ζωή του αναλώνεται πολλές ώρες με ένα έξυπνο κινητό τηλέφωνο στο χέρι, το οποίο διαθέτει ενσωματωμένη φωτογραφική δυνατότητα με μια «φωτογραφική μηχανή» απλή μεν μηχανικά, αλλά με εξελιγμένα κυκλώματα και προγράμματα, με τεχνητή νοημοσύνη (Ai), εικονική πραγματικότητα (VR), αυτοματισμούς, ψηφιακές και «δημιουργικές» δυνατότητες και βοηθήματα, με πολλά ειδικά φωτογραφικά προγράμματα, ευκολίες ακόμη και για επεξεργασία που καθιστούν περιττή τη καταληκτική δημιουργική δράση του «χειριστή» της έξυπνης συσκευής που τη χειρίζεται.

Τα διακόσια χρόνια φωτογραφικής ιστορίας που πέρασαν, ίσως δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα για τους περισσότερους. Για εμάς τους ιθαγενείς Έλληνες, ιστορικά, ποιο σημαντικό είναι (ίσως) ότι το 1827, ένα χρόνο μετά την λήψη της πρώτης φωτογραφίας, αποκτήσαμε το πρώτο μας κυβερνήτη!  

Σήμερα, σε ότι έχει σχέση η φωτογραφία με τις συνήθειές μας, τα αποτελέσματα είναι που μετράνε, η αμεσότητα, η ευκολία φωτογράφησης, η διανομή και το γεφύρωμα των αποστάσεων μεταξύ των αποδεκτών, όσο για την αισθητική; Αρκεί η φωτογραφία να δείχνει και να ομοιάζει με αυτό που φωτογραφήθηκε. Θεωρούμε σήμερα αυτονόητο ότι η μηχανή θα αναλάβει το δικό της έργο χάρη στη ψηφιακή τεχνολογία. Αλλά, είναι έτσι;

Σημασία έχει πλέον σήμερα το ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που τραβάνε κυρίως ερασιτεχνικές –αναμνηστικές «φωτογραφίες», είτε το γνωρίζουν, είτε όχι, έχουν κατά κάποιο τρόπο επηρεαστεί από τη τεράστια βάση δεδομένων και την αισθητική των φωτογραφιών που έχουν δει στα ΜΜΕ,  ή αυτών που έχουν τραβήξει οι ίδιοι.

Σχετικά με την ιστορική εξέλιξη και πορεία της φωτογραφίας, της τεχνικής, της αισθητικής της, και των εφαρμογών της, έχουν γραφεί και καταγραφεί πάρα πολλά. Μπορεί πλέον ο καθένας να βρει πληροφορίες και ιστορικά δεδομένα στο παγκόσμιο ιστό, και σε βιβλία. Νομίζω ένα πράγμα μπορεί να κάνει άμεσα ο καθένας που αγαπάει τη φωτογραφία, πρέπει να πάρει μια πραγματική φωτογραφική μηχανή, σίγουρα όχι κινητό τηλέφωνο, και να βγει στο δρόμο, ή στο ύπαιθρο γενικότερα για να βγάλει φωτογραφίες.     

Διευκρίνιση: Τι θεωρώ  πραγματική φωτογραφική μηχανή;

Να έχει οπτικό σκόπευτρο (πεντάπρισμα κυρίως και καθρέφτη), να δέχεται εναλλακτικούς φακούς, να προσφέρει εύκολη σκόπευση μέσα από το φακό μέσω του σκοπεύτρου, να παρέχει σαφές κάδρο με 95-100% κάλυψη, να δείχνει βασικές πληροφορίες εύκολα αναγνώσιμες από το φωτογράφο και όχι χειριστή, να παρέχει πλήρη πρόσβαση στον έλεγχο του χειρισμού της μηχανής και του φωτός, αλλά και εύκολα αυτόματα προγράμματα (προτεραιότητα φακού/ κλείστρου/μηχανικές ρυθμίσεις/ αυτόματη και χειροκίνητη εστίαση ακριβείας/ και το βασικό αυτόματο πρόγραμμα που επιτρέπει εύκολες διορθώσεις στην αντιστάθμιση έκθεσης).

Στα διακόσια χρόνια της φωτογραφικής εποποιίας, έχουν γίνει τεράστιες ανακαλύψεις, στη γη και στο διάστημα.

Έχουν γίνει δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, πάμε και για τρίτο, εφευρέσεις, επεξεργαστές και κώδικας μηχανής, τεχνητή νοημοσύνη, προσαρμογές στη ζωή μας από την ιατρική, φυσικές επιστήμες, κοινωνικές βελτιώσεις, έχουμε συνεχώς πολέμους, πολλές θρησκείες, άθεους, οικονομίες πολλών ταχυτήτων, τη σχεδίαση και παραγωγή όλων των προϊόντων, την εκπαίδευση, την έρευνα, θεαματικές ανακατατάξεις στην αξιοποίηση των πρώτων υλών, τη γνώση της γης, αυτή τη γη που όλοι τη πατούμε. Τα γνωστά μας είδη των φωτογραφικών εφαρμογών καταγράφονται επαρκώς. Ωστόσο το κοινωνικό ρεπορτάζ, οι φωτογραφίες από τα πολεμικά μέτωπα, τα θύματα φωτογράφοι και οι άτυχοι των συρράξεων, δεν μπορούν να ξεφύγουν της προσοχής μας. Από όλες τις εφαρμογές της φωτογραφίας όμως, θεωρώ πως είναι ο κινηματογράφος, η κορυφαία και πληρέστερη μορφή τέχνης.

Όσο για τη καλλιτεχνική φωτογραφία; Είναι το είδος που υπηρέτησα, έζησα καλά και δεν τρελάθηκα! Αλλά με βοήθησε καθαρά και ξάστερα η επαγγελματική φωτογραφία και η δημοσιογραφία σχετικά με φωτογραφικά θέματα. Αυτά τα ολίγα.

 
 Ιωάννης Γλυνός

Παλιός φωτογράφος… 

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Φωτογραφία μια ζωή!

Photokina 1950~2020~2026

 Γοητεία;  ή μήπως η «λογική» του παράλογου;

Εδώ και αρκετά χρόνια κατάλαβα πάρα πολύ καλά, καθαρά και ξάστερα σαν το γάργαρο νερό, πως οι φωτογράφοι είναι ανταγωνιστικοί. Αλλά είναι πολύ περισσότερο ανταγωνιστικοί και οι προμηθευτές τους, έμποροι, εισαγωγείς, κατασκευαστές και γενικότερα όλοι όσοι ασχολούνται με τα φωτογραφικά και τη φωτογραφία επάνω, ή κάτω από τους φωτογράφους (ανάλογα με την οικονομία), που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους και τα προϊόντα τους. Πόλεμος γίνεται!

Έχω ακούσει απίστευτες προτάσεις να ξεστομίζονται, και έχω ζήσει αμέτρητες προσβολές από δήθεν εξυπνότερους, ικανότερους, επιτυχημένους, εμπορικούς, καλλιτέχνες, συναδέλφους, διευθυντές κλπ. Ευτυχώς δεν είναι όλοι έτσι.

Εγώ δεν ήμουν κάτι από όλα αυτά, ήμουν απλά ένας φωτογράφος και το απολάμβανα. Έτσι παρακολουθούσα και κατέγραφα στη μνήμη μου και στα φιλμ τα τεκταινόμενα, αντλούσα διδαχή και γνώση, σπανίως απαντούσα. Αναγκαστικά πέρασα και στη ψηφιακή φωτογραφία, και κάτι κατάφερα...

Έχω δώσει αρκετές διαλέξεις και σε μια από αυτές, για παράδειγμα, μιλούσα για το πρότυπο JPEG. Είπα λοιπόν πως είναι ένα πρότυπο πολύ χρήσιμο γιατί μας βοηθάει να αποθηκεύουμε πολλές ψηφιακές φωτογραφίες σε μικρά αρχεία και γρήγορα. Αλλά από τη στιγμή που επιβάλλει συμπίεση, κάτι χάνεται αναγκαστικά και πως ειδικά οι επιφάνειες με απαλές διαβαθμίσεις όπως τα σύννεφα κι οτιδήποτε άλλο που ομοιάζει μπορεί να υποστεί συμπίεση, θα συμπιεστεί. Κάποια «πράγματα- λεπτομέρειες» θα χαθούν. Διαφορετικά, υπάρχουν τα αρχεία TIFF, RAW και αρκετά άλλα πρωτόκολλα, όπως πχ Targa, που δεν επιδέχονται συμπίεση και επομένως δεν χάνουμε τίποτα εκτός από χώρο και χρόνο για τη καταγραφή. Όπου κι αν ανατρέξετε, αυτά θα διαβάσετε. Εγώ πέρα από ότι το διάβασα σε πολλά έντυπα, το έχω και πειραματικά αποδείξει, και φυσικά το είχα δείξει σε παρουσίαση με ψηφιακές φωτογραφίες και σε ειδικό άρθρο- συμβουλή.

Το πρότυπο JPEG είναι χρήσιμο αλλά απολεστικό.

Κι όμως, βρέθηκε κάποιος, που σώνει καλά, ούτε λίγο ούτε πολύ, είπε πως έχω λάθος!

Ήταν όμως η διαφωνία για τη διαφωνία; ή μήπως, απλά δεν ήξερε! 

Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι ήταν θέμα προσβολής, ή άγνοιας, ακούγοντας άλλους συναδέλφους να κρίνουν τη συμπεριφορά του.

Παρακολουθώ τα ντοκουμέντα και τις «βόμβες» των ΜΜΕ με τα επιλεκτικά θολώματα για τη προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Ακόμη και πινακίδες περιπολικών έχουν θολώσει, πρόσωπα αναγνωρισμένων εγκληματιών έχουν σβηστεί, δημοσίων προσώπων καταχραστών τα δεδομένα είναι ευαίσθητα.

Αναρωτιέμαι.Τι είδους ενημέρωση είναι αυτή; Ποιος είναι αυτός που επιτρέπει να αλλοιώνεται ένα έργο τέχνης όπως είναι κατά το νόμο η φωτογραφία, δίχως την άδεια του δημιουργού του;

Υπάρχει λογική σε αυτό;       

Όμως αυτά (και άλλα πολλά) είναι πταίσματα παραλογισμού μπροστά στο ότι σήμερα, (από το 2017, πέρασαν κάποια χρόνια εφόσον είμαστε στο 2026), στην Ελλάδα της μαυρίλας, όπου ο ανταγωνισμός πλέον έχει καταστρέψει τα πάντα. Οι επιχειρήσεις imaging μαζί με τους πελάτες τους, τους φωτογράφους,  με δυσκολία επιβιώνουν,  κλείνουν, έκλεισαν αναγκαστικά. Σήμερα λοιπόν, όταν τεράστια ποσά έχουν σπαταληθεί σε εξοπλισμούς ψηφιακής τεχνολογίας και όλοι έχουν στραγγίξει, την εποχή που είναι ζήτημα αν ο κλάδος μπορεί να στηρίξει μια κλαδική έκθεση κάθε δυο χρόνια, ο κλάδος αυτός των κατασκευαστών και εμπόρων προγραμμάτισε δυο εκθέσεις, σε δυο σημεία στην Αττική, με διαφορά 2 ημερών! Και τις έκανε!

Όμως, η μία έκθεση, είχε προγραμματιστεί σχεδόν αμέσως πριν την προηγούμενη του 2015. Όλοι ήξεραν ότι θα γίνει 6 μήνες μετά τη Photokina 2016, απλά γιατί έτσι..... Κι όμως αυτοί οι έξυπνοι και σκεπτόμενοι άνθρωποι, αποφάσισαν σχεδόν ομόφωνα, να κάνουν τη δική τους έκθεση με διαφορά 2 μόλις ημερών με άλλο διοργανωτή και σε άλλο χώρο! Όσοι διαφώνησαν, πηγαίνουν στην άλλη έκθεσε πολύ απλά και λογικά γιατί έτσι είχαν προγραμματίσει. Αν η απόφαση για τη δεύτερη έκθεση είχε παρθεί στις αρχές του 2016, είχε επιλεγεί άλλος μήνας και είχαν όλοι ενημερωθεί, το θέμα θα ήταν διαφορετικό.

Αν η συλλογική απόφαση μερικών γίνεται θεσμός από τη επιβολή της λογική τους, και  των άλλων είναι η παράλογη, εγώ δεν το γνωρίζω, δεν μπορώ να το γνωρίζω. Ωστόσο η λογική θα μου επέβαλλε να βάλω και τους δυο διοργανωτές να κάνουν στον ίδιο χώρο, την ίδια περίοδο μια κοινή έκθεση, και άντε να διαρκέσει 1-2 ημέρες περισσότερες για να δει ο εξαθλιωμένος καταναλωτής όσα άνετα βλέπει και στο διαδίκτυο από το σπίτι του, ή το μαγαζάκι του. Η όλη υπόθεση μοιάζει τραγικά με τα όσα συμβαίνουν στη βουλή των Ελλήνων. Όλοι εναντίον όλων!

Με επιχειρηματίες αυτού του επίπεδου όμως, όπως και πολιτικούς, γιατί και αυτοί κάτι πουλάνε, δεν αναρωτιέμαι πλέον γιατί φτάσαμε εδώ.

Εμένα πλέον μου είναι αδιάφορα όλα αυτά τα καινούρια, αποσύρθηκα, γράφω τακτικά, τραβώ αλλά όχι συχνά φωτογραφίες μόνο για το κέφι μου, όπως κάποτε, πολύ παλιά (1966-67), στην αρχή. Έγινα πάλι ερασιτέχνης. Δεν έχει νόημα να τρέχω σε εκθέσεις. Πηγαίνω, μόνο για να συναντήσω κανένα φίλο από τα παλιά. Όμως, σε όσους είπα να πάμε παρέα να δούμε την έκθεση, μου είπανε σιγά να μη τρέχουμε τώρα! Θα τα δούμε στο internet.

Δεν θέλω να πάρω τη θέση κανενός, με θλίβει όμως αυτός ο παράλογος ανταγωνισμός, η άστοχη δημοκρατική απόφαση, η συμπεριφορά εξαναγκασμού στα μέλη και απέναντι στους φωτογράφους από τους οποίους ζουν όλοι αυτοί.

-"αν θέλετε να μάθετε, ελάτε στην έκθεση"....  

Κάποια φορά, πριν το 2000, σε μια παρουσίαση, υψηλόβαθμα στελέχη κορυφαίου κατασκευαστή, είχαν πει σιγά-σιγά ο ένας στο αυτί του άλλου πως:

-"όλοι αυτοί οι φωτογράφοι δεν ξέρουν τι τους περιμένει (επαγγελματικά)"!

Όμως εγώ τους άκουσα, και ήρεμα τους ερώτησα:

-Εσείς κύριοι ξέρετε τι σας περιμένει;

Και φυσικά μείνανε μετά από τρία χρόνια δίχως εργασία. Γιατί; Γιατί απλά ο κάθε πωλητής της εταιρίας-κολοσσού έπρεπε να πουλήσει και ψηφιακά και αναλογικά φωτογραφικά, όπου το ένα ήταν σε βάρος των πωλήσεων του άλλου!

Καταλάβατε λογική;

Έτσι αν πάω, θα πάω κατά εκεί που είναι ποιο άνετη η πρόσβαση στην έκθεση, εκεί που θα βρω παλιά πράγματα και παλιούς γνώριμους, εκεί που θα δω και μερικές εκθέσεις με φωτογραφίες ειδικά νέων φωτογράφων, και ας είναι ερασιτέχνες. Θα πάω εκεί που η ανακοίνωση δεν βγήκε στο παρά πέντε, λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος, ανατρέποντας προγραμματισμούς μηνών, και όποιος κατάλαβε.

Όσο για το αν είναι σωστό, ή, λάθος η επιλογή της μιας έκθεσης, ή της άλλης, θα πω ένα πράγμα μόνο.

Ο δημιουργός φωτογράφος κι όχι ο imager ( από το imaging), μπορεί και να αποτύχει, έτσι κι αλλιώς έχει μάθει να ζει με την αποτυχία. Ο έμπορος όμως, που κατά ομολογία του δεν βγαίνει οικονομικά για να πάει ούτε σε μια έκθεση, σφάλλει επιχειρηματικά. Όταν επιλέγει να στηρίξει τον ένα, ή τον άλλο ανταγωνιστή διοργανωτή διαιωνίζοντας ένα στείρο, ανούσιο και παράλογο ανταγωνισμό σε μια αγορά καθημαγμένη. Ας αναλάβει καθείς τις ευθύνες του και να μη ζητήσει δανεικά και τα ρέστα. Γιατί έτσι τώρα οι μισοί και περισσότεροι ενδιαφερόμενοι δεν θα πάνε πουθενά, ή θα δουν μόνο τη μια έκθεση καθώς το κόστος εισόδου και μετακίνησης δεν είναι πλέον κάτι που μπορεί να αγνοήσει ο καθένας.

Θυμάται κανείς πόσοι ενεργοί φωτογράφοι υπήρχαμε πριν το 2006; Το 2010 μήπως; Το 2015;  Πόσα MINI LAB πετάχτηκαν; Ας το αφήσουμε γιατί είναι σκέτη πίκρα. Ήρθε και o κύριος COVID!

Πέρα από αυτό, εγώ θα προσπαθήσω να πάω σε μια έκθεση που απευθύνεται στο χώρο της φωτογραφίας, κι όχι του imaging που μας επέβαλλαν. Θα πάω εκεί που με προσκαλούν γι αυτό που ήμουν, ή είμαι, δηλαδή φωτογράφος. Άσχετα αν τώρα δεν ασχολούμαι, υπάρχει το σαράκι για τη φωτογραφία κι όχι για το imaging. Έχω κάνει πάρα πολλά από αγάπη για τη φωτογραφία και τους φωτογράφους, έχω γράψει και έχω δημοσιεύσει επίσης μερικές χιλιάδες σελίδες. Λυπάμαι γιατί η κατάσταση μου θυμίζει το καιρό που κάθε φωτογραφείο είχε και ένα πανάκριβο mini lab, κι όμως οι εισαγωγείς προσπαθούσαν να πουλήσουν ακόμη περισσότερα, ακόμη και με δάνεια!

Εγώ έκανα  λάθος συλλογισμούς; Αν ναι, γιατί τόσες αίθουσες έμειναν κλειστές στη μεγάλη γιορτή της φωτογραφίας το 2008; Γιατί το 2020 αποχαιρετήσαμε την έκθεση Photokina? Γιατί χάθηκαν τόσοι κατασκευαστές; Έχει κάποιο νόημα να ανοίξει η έκθεση και πάλι το 2026;

Κάτι σκέφτομαι απόψε 23/01/2026, αλλά ας το αφήσω για αργότερα…

Γιάννης Γλυνός


Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

«τα όρια της γνώσης και της σκέψης μας, είναι τα όρια της γλώσσας μας»

 

Arrival

Μια ταινία με προεκτάσεις, ένα ακόμη έργο τέχνης.

 

Για την ενημέρωσή σας,

έχω παρακολουθήσει πάρα πολλές, αμέτρητες ταινίες.

Αστείες, σοβαρές, αριστουργήματα, μέτριες, b-movies, με πολλά βραβεία, ή με πολλές αρνητικές κρητικές, αδιάφορες, ή αξέχαστες, βουβές, έγχρωμες, ασπρόμαυρες, υπερπαραγωγές, κλασσικές, ή ατομικές μικρού μήκους.

Δεν μπορώ να δηλώσω cinefil, αν και για πολλούς ίσως είμαι.

Η αλήθεια είναι πως προτιμώ να παρακολουθήσω ξανά, και ξανά μια καλή ταινία, ή μια που δεν κατανόησα εξ αρχής, και κάθε φορά χάνομαι…

Μετά από αυτή την σύντομη εισαγωγή, θέλω να γράψω κάποια πράγματα για τη ταινία Arrival.

Η άφιξη, είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας του 2016, Αμερικανικής παραγωγής, του σκηνοθέτη Ντενί Βιλνέβ, με ηθοποιούς στους βασικούς ρόλους: Έιμι Άνταμς, Τζέρεμυ Ρένερ, Φόρεστ Γουίτακερ.

Το σενάριο είναι του Έρικ Χέιζερερ, βασισμένο στην ιστορία του Τεντ Τσιανγκ, «Story of Your Life».

‘Έλαβε αρκετά βραβεία η ταινία, αλλά σαν σημαντικό έργο κινηματογραφικής τέχνης άφησε αρκετούς θεατές (μειοψηφία όπως και να έχει) αδιάφορους, ή εχθρικούς και απογοητευμένους.

Από την άλλη, ποσοστό άνω του 80% βρήκε το έργο εξαιρετικό, ταινία άξια να τη δει κανείς πολλές φορές…ή να τη συλλέξει.

Αυτές οι αντίθετες κρητικές,  στάθηκαν αφορμή να δω πρόσφατα πάλι, για 4η φορά το έργο, να συλλέξω σχόλια, παρατηρήσεις στον παγκόσμιο ιστό, να κοιτάξω βαθειά στη μνήμη μου και στην αισθητική μου, να κρίνω ακόμη ποιο αυστηρά αυτή τη δημιουργία, να κοιτάξω πέρα από το σενάριο τι άλλο προσπαθεί ο σκηνοθέτης να πει σε ένα κόσμο που σπαράσσεται και αυτοκαταστρέφεται, που παρακολουθεί ανήμπορος στα πολλαπλά παράθυρα της TV σχολιαστές, ντοκουμέντα και ειδήσεις όλα να προβάλλονται ταυτόχρονα, δίχως να κατανοεί ότι η άφιξη της μη γραμμικής γραφής και γλώσσας ανοίγει νέους δρόμους στη σκέψη μας.

-«τα όρια της γνώσης και της σκέψης μας, είναι τα όρια της γλώσσας μας», κατά το φιλόσοφο Βιτγκενστάιν.

Η μη γραμμική γραφή της ενημέρωσης, είναι ήδη μέσα στα σπίτια μας, αλλά μόνο για να μας δείξει καταστροφές, δηλώσεις, βία, διαφημίσεις, και απόψεις όλα μαζί.

Πέρα από τη ταινία, το κυρίαρχο στοιχείο, βασικός ρόλος, είναι η αιώνια συναισθηματική πυγή δημιουργίας ζωής, η γυναίκα.

Οι γυναίκες μας κατ΄ επέκταση.

Η γυναίκα, ότι και να γίνει, όσο υπάρχει ζωή, χαρά, πόνος, απογοήτευση, αλλά και ελπίδα, αλλά και αρσενικό και θηλυκό, θα είναι το κυρίαρχο στοιχείο της ζωής.  

Ωστόσο, «πάλι ο άντρας θα τη πλαγιάσει πλάι του, και θα σπείρουν οι άνθρωποι γενεές στους αιώνες των αιώνων, και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση», κατά τον Ελύτη μας, το μεγάλο μας ποιητή.

Δεν είναι μόνο η άφιξη των εξωγήινων, που έχουν και αυτοί τα δικά τους προβλήματα, είναι και η άφιξη –το δώρο, μιας νέας γλώσσας που ελευθερώνει και φέρνει ποιο κοντά τους εχθρικούς, ανταγωνιστές και δύσπιστους ανθρώπους. Είναι η άφιξη της ελπίδας, της νέας σχέσης, του «πελαργού» και πάλι, της δημιουργίας και της μητρότητας, του ζευγαριού, αλλά και της ανθρωπότητας που δεν βλέπει ότι το μίσος και ο φόνος απλά ανακυκλώνονται και πολλαπλασιάζονται (πχ Παλαιστίνη, η Ουκρανία-Ρωσία. Μήπως αυτό σας πόνεσε;).

Δίχως τη δυνατότητα μιας παγκόσμιας γλώσσας (όχι τα τεχνολογικά Αγγλικά της Ai) , ένα εργαλείο, και όπλο, που πραγματικά θα ξεκλειδώσει τη σκέψη μας και θα οδηγήσει σε μια παγκοσμιοποίηση για τη σωτηρία του γνωστού μας-άγνωστου πλανήτη «ΓΗ».

Αν δεν είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν, καιρός να κάνουμε κάτι, αλλά τι;

Αν τελικά μια ταινία στο τέλος της κάνει το κόσμο μας καλύτερο στο ελάχιστο, όπως κάθε άνθρωπος οφείλει εξ άλλου, τότε έχουμε ένα έργο τέχνης διαχρονικό.

Να δείτε τη ταινία, αν δεν την έχετε δει, και να τη προσεγγίσετε με τα μάτια της ψυχής σας, όπως όλα τα πραγματικά τα έργα τέχνης, γιατί πραγματικά αξίζει!

 

Ιωάννης Γλυνός

26/07/2025

Πέμπτη 22 Μαΐου 2025

dSLR 2025 τι να αγοράσω;

 

Πρόσφατα, στις 20/05/2025, μια φίλη που της έμεινε η DSLR από μηχανική βλάβη φακού και ενσωματωμένου φλας, με ρώτησε τι να κάνει.

Η απάντηση ήταν: να δούμε (έρευνα αγοράς στο WWW) τι υπάρχει στη αγορά και αν αξίζει η δαπάνη της επισκευής του φακού. Εναλλακτικά, να δούμε αν υπάρχει φακός καινούριος, ή αν υπάρχει καινούρια DSLR με φακό, και σε ποια τιμή και δυνατότητες φυσικά. Όσο για το φλας; Ελάχιστα το χρησιμοποίησε όσο καιρό τη χρησιμοποιούσε.

Και εδώ είχαμε την πρώτη ανατροπή του κανόνα: φωτογραφία = έλεγχος, έλεγχος, έλεγχος.

Δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμες καινούριες, τυπικές, οικονομικές DSLR, για εισαγωγή στη φωτογραφία, ή ερασιτεχνική χρήση αλλά με απαιτήσεις. Ο πλήρης έλεγχος έκθεσης και των περισσότερων προγραμμάτων, έχει ανατεθεί στη τεχνητή νοημοσύνη εδώ και καιρό. Το βασικότερο όμως, η ρεφλέξ σκόπευση μέσα από ένα αξιοπρεπές και όχι ενεργοβόρο σκόπευτρο φαίνεται πως δεν απασχολεί κατασκευαστές και «χρήστες» των προϊόντων υψηλής ψηφιακής τεχνολογίας, όπως είναι οι mirrorless.

Υπάρχουν στοκαρισμένα από μερικούς διορατικούς εμπόρους φωτογραφικών, ορισμένα κομμάτια DSLR με ένα φακό γενικής χρήσης (πχ 18~140) αλλά όλα τα άλλα είναι σπάνια, ή μεταχειρισμένα, ή ανακατασκευασμένα (βλέπε επισκευασμένα).

Τα εργοστάσια έχουν στραφεί στις mirrorless, και διατηρούν μόνο λίγα ακριβά μοντέλα DSLR που κάνουν πολύ ακριβό το «άθλημα» της φωτογραφίας και επομενως απαγορευτικό.

Εγώ δεν αποδέχτηκα ποτέ τη λύση της mirrorless καθώς η απλή σκόπευση και η μελέτη του «θέματος» απαιτεί συνεχή και επαρκή τροφοδοσία από τη μπαταρία της μηχανής. Δυο; Τρεις; Τέσσερις ώρες λειτουργίας; Και μετά τι κάνουμε; Πίσσα σκοτάδι! Πρέπει δηλαδή οι φωτογράφοι να ξεχάσουν τη «δωρεάν» και απρόσκοπτη σκόπευση και μελέτη του θέματος; Είναι θέμα επιλογής, αν υπάρχει αυτή η δυνατότητα στα ειδικά καταστήματα φωτογραφικών.

 Ακόμη μια «λύση» οι οικονομικές μικρές, κόμπακτ, τυπικές, φιλικές και με αρκετές αστοχίες, δεν υπάρχουν επίσης. Θα βρείτε ελάχιστες μηχανούλες και μη περιμένετε ποιότητα φωτογραφίας και σοβαρό έλεγχο εστίασης και έκθεσης. Το κόστος αγοράς ξεπερνάει τα 500 Euro και το φράγμα των 1000 πολλές φορές.

Άρα; Τι θα πρέπει να κάνει ο νέος ερασιτέχνης;

Από τη μία τα εργοστάσια (ΑΕ με στόχο τη κερδοφορία των μετόχων και το αντίπαλο δέος των ανταγωνιστών), από την άλλη οι ανεγκέφαλοι, οδήγησαν τη φωτογραφία στο έξυπνο τηλέφωνο, και περαστικά.

Έτσι φτάνοντας στο δια ταύτα, το μόνο που έχω να προτείνω τώρα, είναι το ταχύτερο δυνατό αγορά μιας DSLR, καινούριας  (σφραγισμένη στο κουτί της με φακό), προσέχοντας από πού αγοράζετε. Δεν προκαταβάλετε χρήματα για παραγγελία, παρά μόνο πληρώνετε κατά τη παραλαβή. Αν αντέχετε τα 2-5 χιλιάρικα σε Euro, για μια καλή DSLR με καλό φακό, δεν θα μετανιώσετε από τη χρήση και την απόδοση.

Προτιμείστε να αγοράσετε από ειδικό κατάστημα φωτογραφικών, ζητείστε να δείτε το μοντέλο στο οποίο θα καταλήξετε, αν το έχουν προς επίδειξη.

Διαφορετικά  με 400~2000 Euro ίσως κάτι βρεθεί, αν προλάβετε, αλλά οι καλές φωτογραφικές όσο πάνε και λιγοστεύουν, το ίδιο και οι φακοί καθώς όλα ακριβαίνουν κάθε χρόνο και απομένουν μόνον οι προσφορές στοκαρισμένων παλαιότερων σειρών και μοντέλων. Ωστόσο η τιμή ενός σώματος, πάντα επιβαρύνεται με το κόστος του φακού, έτσι το ίδιο σώμα μπορεί να το βρείτε στη διπλή και τριπλή αρχική τιμή ανάλογα με το φακό/φακούς του κιτ προσφοράς.

Όσο περισσότερο ερευνήσετε, τόσο ποιο πολύ θα καταλάβετε πως η εποχή των ιστορικών και  ανθεκτικών μηχανών με φιλμ έχει παρέλθει δια παντός.

Αν θέλετε να πάτε μπροστά στο «άθλημα», θα βάλετε το χέρι βαθειά στη τσέπη.

Ωστόσο, για να μη γκρινιάζουμε μόνο:

 η ανάλυση έχει ξεπεράσει τα 24 ΜPixel!,

η ευαισθησία των αισθητήρων τα 1200 ISO κάνοντας σχεδόν περιττή τη χρήση του ενσωματωμένου φλας,

το βάρος των μηχανών έχει μειωθεί σημαντικά,

η εστίαση, η έκθεση, ο έλεγχος της ποιότητας φωτισμού έχουν βελτιωθεί σημαντικά, και τα οπτικά επίσης,

η προσθήκη περιστρεφόμενης έγχρωμης οθόνης ελέγχου είναι σημαντικό βοήθημα, η αυτονομία των μπαταριών λιθίου είναι για 400-500 λήψεις (αυτόματο πρόγραμμα έκθεσης, καρέ-καρέ), ασχέτως του χρόνου σκόπευσης αρκεί να μη χρησιμοποιείται άνευ λόγου η αυτόματη εστίαση.

Η μπαταρία μιας DSLR μπορεί με άνεση να καλύψει μια ημερήσια εκδρομή και αρκετές λήψεις σε μια καλλιτεχνική, ή εμπορική έκθεση, ή εκδήλωση, χωρίς πρόβλημα.

Αν υπάρχει και εφεδρική μπαταρία τότε δεν θα έχετε άγχος μήπως ξεμείνετε από τροφοδοσία, και επομένως μηχανή.

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2024

Θυμάμαι, έμαθα να μη ξεχνώ!

 

Εκπαίδευση made in Greece

 Η χαμένη γενιά, η δωρεάν εκπαίδευση, και η αποκτηθείσα «γνώση» μου.

 *Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Ιούλιο του καυτού 2024.

Συγκεκριμένα, άρχισα να το γράφω 2 Ιουλίου, το πότε θα τελειώσω τις αναθεωρήσεις είναι άγνωστο. Είναι μια προσωπική εμπειρία, αναμνήσεις, και κάποια προσπάθεια καταγραφής της εκπαίδευσης στη χώρα μου όπως την έζησα. Είναι απολογισμός για το πως η δωρεάν εκπαίδευση επηρέασε τη ζωή μου, τη σκέψη μου, και τις δεξιότητές μου. Είναι, μια κατάθεση ψυχής, όπως θα έλεγε κι ο φίλος μου Αντώνης.

Καλή είναι πάντα η πρόθεση, όμως η μνήμη μου κάνει άλματα…όπως και η σκέψη μου, δεν τιθασεύονται για να μπουν στη σειρά, δεν εκπαιδεύονται  για να βγάλουν μια πειθαρχημένη, σωστή σχολική έκθεση ιδεών.

Η μνήμη μου, κάνει πολλά flash-back. Συχνά μεταπηδά από θεματολογία σε θεματολογία με μικρή συνδεσιμότητα ως προς το κεντρικό θέμα, πχ κινηματογραφικές ταινίες σε συσχετισμό με καθημερινές ειδήσεις και σχόλια, σχετικών ή άσχετων.

Ίσως ποτέ να μη μπορέσω να βάλω σε σειρά, να επιβάλω όρντινο στη σκέψη και στη μνήμη μου, αντί να πετούν από εδώ και από εκεί, σαν ελεύθερα πτηνά θαρρώ…Για την ιστορία, άρχισα να περνάω από το κόσκινο και να σχολιάζω σε βάθος όλα όσα προσπαθούσαν να βάλουν στο ξερό μου το κεφάλι από τη πρώτη γυμνασίου! Αδυναμία συγκέντρωσης; Μπα, δεν νομίζω…Πολυεπεξεργασία θα έλεγα…multi tasking το λένε.

 Γεννήθηκα λοιπόν το 1948, τον Ιούνιο, στο Θησείο.

Σχολείο πήγα τις δυο πρώτες τάξεις του δημοτικού σε ιδιωτικό, ήταν κοντά στο παλιό μας σπίτι στο Θησείο. Είναι χρόνια που δεν έχω περάσει απέξω από το ερείπιο. Από το 2013 για την ιστορία.

Τις επόμενες 4 τάξεις τις έβγαλα στο 36ο δημόσιο σχολείο (στην οδό Μεθώνης), στους πρόποδες του λόφου Στρέφη, στα Εξάρχεια.

Περπάτησα εκεί πριν τους αναρχικούς...  

Υπήρχαν πολλά παλιά φτωχόσπιτα γύρω, ίσως και να ήτανε παλιά αρχοντικά που γέρασαν, και έπεσαν, ή τα έριξαν.

Εκεί, στη 3η και 4η τάξη, πως λέμε της τύχης τα γραμμένα; «Έτυχε» να έχω δασκάλα τη κυρία Φωφώ. Την είχε δασκάλα και η μητέρα μου όταν ήταν μαθήτρια του τότε δημοτικού!

Λίγα χρόνια μετά, την είχε δασκάλα και η αδελφή μου,  στη 3η και 4η τάξη τη κυρία Φωφώ.

Ναι, μάλιστα, την ίδια δασκάλα!  

Έξι χρόνια διαφορά είχαμε με την μικρή μου αδερφή την Ελένη.

Το πρόσωπο αυτό, η διαχρονική Φωφώ, έγινε σημαντικό για τη ζωή μου, και τη μόρφωσή μου, ήταν εξαιρετική εκπαιδευτικός (την έχω σημείο αναφοράς για την εκπαίδευση και υπόδειγμα δημόσιου υπάλληλου).

 Αλλά έχουμε και συνέχεια…

Αυτή η γυναίκα, διαισθάνθηκε γρήγορα τι θα μπορούσα να γίνω μεγαλώνοντας. Είχε προβλέψει περίπου το είδος εργασίας πως θα έκανα, δηλαδή κάτι σχετικό με: φόρμες, εικόνες, σχήματα, δημιουργία, χρώματα, πηλό, καλή τέχνη, επικοινωνία ίσως.

 Είχε πει στη μητέρα μου πως είμαι φύση δημιουργική και καλλιτεχνική, ικανός για τη σχολή καλών τεχνών, ή κάτι σχετικό.

Ήταν αυστηρή, δίκαιη, με αγαπούσε ιδιαίτερα, αλλά δεν το έδειξε ποτέ μπροστά στα άλλα παιδιά.

Η Φωφώ, έγινε σημείο αναφοράς της υποχρεωτικής μου εκπαίδευσης. Θυμάμαι πως ήταν εποχή που ότι ακούγαμε, και όπως μιλάγαμε, έτσι και το γράφαμε στο δημοτικό. Τουλάχιστο προσπαθούσαμε.

Έζησα λοιπόν μια περίοδο τριών σημαντικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων.

Στο δημοτικό ξεκίνησα με την ομιλούμενη του δρόμου, της γειτονιάς, των κοινωνικών συναθροίσεων των μεγάλων, όπου εμείς τα παιδιά λόγο δεν είχαμε, δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε!

Πέρασα στη καθαρεύουσα στο γυμνάσιο. Ήτανε κάτι σαν αρχαία Ελληνικά λίγο ποιο σύγχρονα όμως. Ακουγότανε αυτή γλώσσα αρκετά αστεία στο δρόμο, μάλλον κανείς δεν τη μιλούσε, κι αν τη μιλούσε οι άλλοι γελούσανε!

Πχ πώς να πεις στο μπακάλη του 1963:

- Εύχομαι καλήν ημέραν αγαπητέ παντοπώλα. Η μήτηρ μου θα ήθελε ολίγας σαρδίνας, ημίσεαν οκά φασίολους, και ο πατήρ μου μίαν οκάν οίνον!

Γελάτε; ή μήπως, μειδιάτε διακριτικά; Ο διορθωτής κειμένου δεν δέχεται αυτές τις λέξεις, του είναι «άγνωστες» σήμερα!

Και ποιο πέρα, την αποκάλυψη και τα τέσσερα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, (μετάφραση των εβδομήκοντα) πόσοι τα κατανοούν σήμερα;

Κι όμως η επίσημη θρησκεία του κράτους μας, στηρίζεται στο Ιερό Ευαγγέλιο, ορκιζόμαστε σε αυτό, και σε κείμενα που δεν κατανοούμε πλήρως.

Όμως, από την άλλη, ποιος θα έμενε να ακούσει στην εκκλησία το ευαγγέλιο της Κυριακής στη καθομιλουμένη του 2024;

Θα έλεγα, άλλο γλώσσα, άλλο ακούσματα, και τελικά;

Είμαι μικρός ακόμα, θα μάθω.

Συνέχισα να εκπαιδεύομαι με τον οραματιστή Παπανούτσο (μια αναγκαία μεταρρύθμιση που δεν ολοκληρώθηκε ως να τελειώσω το λύκειο). Η νέα μας γλώσσα, θα, ήταν κάπως πλησιέστερη στη τότε «δημοτικιά», θα, ήταν ας πούμε, η γλώσσα του πολιτισμένου δρόμου! Όχι γλώσσα της εργατιάς και των λούμπεν.

Αλλά. Γλωσσικά επικράτησε (1965 ~ 1974) ξανά η καθαρεύουσα. Από την σημαντική μεταρρύθμιση του οραματιστή, λίγα επέζησαν: δωρεάν εκπαίδευση, ακαδημαϊκό, 50 απουσίες μόνο, δωρεάν εγγραφή και βιβλία, υποχρεωτική εκπαίδευση 9 ετών κλπ. Όμως, ήταν μια αρχή.

Τον πολέμησαν σκληρά και άδικα το κύριο Παπανούτσο οι αντιδραστικοί. Φτάσανε κάποιοι αρχιμανδρίτες να θέλουν να τον αφορίσουν!

Τα έζησα, τα θυμάμαι, και από τότε κατάλαβα πως άλλο θρησκεία, άλλο δόγμα, και άλλο εκκλησία! Αν κατάλαβα λάθος, λυπάμαι, ήταν, αστοχία της εκπαίδευσης.

Η τότε δημοκρατική κυβέρνηση και το κόμμα εξουσίας δεν έβγαλαν τη τετραετία.

Αν θυμάστε, είχαμε τις απεργίες, το ξύλο, την αποστασία, το φοίνικα του 1967, κλπ, κλπ.

 Η «μαύρη αντίδραση» επανέφερε τη καθαρεύουσα, πριν βγει από την αίθουσα!

Αργότερα, καταλήξαμε μετά τη μεταπολίτευση (1974), στο σημερινό ατονικό, πολυτονικό, μονοτονικό κλπ, με 3-4 πρότυπα ISO για χρήση στο WWW, και με το Μπαμπινιώτη να προσπαθεί να μας μάθει Ελληνικά σήμερα ακόμη και μέσα από τα «παράθυρα».

Αλλά εγώ είχα πλέον απαλλαγεί από την εξουσία των καθηγητών και της δημόσιας εκπαίδευσης.

Αν με ρωτήσετε, δηλώνω ξεκάθαρα πως «τα Ελληνικά είναι πολύ δύσκολη γλώσσα». Εγώ προφανώς και δεν τη κατέχω καλά παρά τα όσα έχω γράψει, έχω πει, και έχω μάθει στις μεταρρυθμίσεις. Γράφω λοιπόν κατά πως μου κατέβει! Γράφω όπως σκέφτομαι δηλαδή.

Καταγράφω εδώ τη δυσκολία της γλώσσας μας και των τριών μεταρρυθμίσεων. Είναι δύσκολη η γλώσσα μας, αλλά φταίμε και εμείς, καθώς άλλα λέμε , άλλα εννοούμε και άλλα καταλαβαίνουν οι ακροατές , ή συνομιλητές μας. Πραγματική Βαβέλ λοιπόν.

Λέω μερικές φορές: Βρε μπας και σκέφτομαι λάθος;

Είναι ίσως που διαφωνούμε απλά για τη διαφωνία, και έχουμε άποψη επί παντός θέματος.

Τώρα, καθημερινά, στο Internet, προωθούν δίχως ντροπή-αιδώ-τσίπα (το ίδιο μου κάνει) τα αλαμπουρνέζικα με τις ασύλληπτες ξενούρες, τις ξενέρωτες, αρκεί να είναι πρωτότυπες και να ακούγονται κάπως...όλα δημοκρατικά και ανεύθυνα, αρκεί να είναι τα θέματα «πιασάδικα», να προσελκύουν τα κλικ., και εμμέσως τη διαφήμιση! Όλα είναι πλέον έσοδα-έξοδα.

Μιλάμε πλέον για τη πολυεθνική γλώσσα του WWW όπου οι ελληνικές λέξεις λιγοστεύουν διαρκώς. Εγώ δεν κατανοώ τι γράφουν; ή οι άλλοι δεν διαβάζουν τι γράφουν;  Η τεχνητή νοημοσύνη μας έλειπε!

Ωστόσο υπάρχουν πάρα πολλές καινούριες ξενικές λέξεις που χρήζουν επειγόντως μετάφραση εις την Ελληνική του σήμερα.

Ε, λοιπόν δοκίμασα να εγκαταστήσω τα Windows 10 ή και 11 στα Ελληνικά, αλλά οποία έκπληξη! Ήθελα εσωτερική μετάφραση για πάρα πολλές εντολές για να καταλάβω τι ήθελε να πει πχ η εντολή: «έναρξέ με».

Είχα και άλλα ευτράπελα όμως καθώς ήδη η Αγγλική ορολογία των υπολογιστών, κι όχι μόνον, έχει εισέλθει για τα καλά στο πετσί μας. Άντε να βγάλεις άκρη με τη γλώσσα μηχανής αν δεν την έχεις διδαχτεί.

Χάνουμε τη γλώσσα μας, αλλά κουτσά-στραβά επικοινωνούμε με τους ξένους μας περιγραφικά με τη γλώσσα του σώματος, με κινήσεις, και διαδραστικά με τις μηχανές. Είμαστε έξυπνοι, ευτυχείς και χαρούμενοι αν η δράση μας επί του πληκτρολογίου, ή,  του ποντικιού έτυχε σωστής απόκρισης της μηχανής και του λογισμικού.

Αυτά που διαβάζω στα ιστολόγια της συμφοράς, της παραπληροφόρησης, και της ανευθυνότητας είναι εξοργιστικά!

Είπαμε, υπάρχει το χάσμα των γενεών, αλλά τώρα έχουμε και της γλώσσας.

Συχνά ρωτάω τα παιδιά μου τι σημαίνει ο τάδε, όρος, πχ η έκφραση:

- Αυτό, έγινε «viral», ή,  αυτή η «influencer» πήγε εκεί κλπ

 

Κατανοώ πως κάτι έγινε, κάτι άλλαξε ιδιότητα, αλλά σε τι; Η λέξη μου ήταν άγνωστη, δεν είχα καμιά εικόνα για την ουσία και την έννοια.

Καταγράφω και άλλη μια λεπτότατη απόχρωση δημοκρατικής συμπεριφοράς από τα μέσα και τη διαφήμιση προς τον έλληνα ραγιά και χρήστη:

- Κάνε εκείνο! Κάνε το άλλο, αγόρασε, απόλαυσε, ψήφισε, κλείσε τραπέζι, πλήρωσε, ντύσου, γδύσου, κοιμήσου, διάβασε, πιες, διασκέδασε, κλπ.

Η προστακτική κυριαρχεί στο λόγο.

Το προσέξατε;

Kαι το δεχόμαστε!

Αλλά έτσι μαθαίνουμε στην υποταγή δίχως να το καταλάβουμε. Προστακτική = Δούρειος ίππος για ποιο σοβαρές αλλαγές…

Όλα αλλάζουν και γίνονται ακατανόητα για τις περασμένες ΕΣΟ- ή Σειρές (γενιές). Ακόμη και για έναν που έχει περάσει τόσες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, και έχει μάθει τα περισσότερα αγγλικά από βιβλία και ταινίες, το πρόβλημα είναι μεγάλο.

Για να σπάσει τώρα η σοβαροφάνεια, μέσα στα εισαγωγικά, μεταφέρω από αναμετάδοση και από μνήμης τα λόγια γυμνασιάρχη της εποχής  1964 περίπου, στη Πάτρα.

-«Μερικοί τινές νέοι, των οποίων τα ονόματα γνωρίζομεν, κυκλοφορούν ανά τας οδούς και τας ρίμας της πόλεως ταύτης, τσιγαρίζοντες. Αν μάθουμε ποιοι είναι θα τιμωρηθούν!».

Ούτε ο καθηγητής, ούτε ο αναμεταδότης είναι εν ζωή σήμερα.

Τότε όμως, ο αναμεταδότης, οι νέοι μας γενικά, φορούσαν πηλήκιο! Μετά τις οκτώ ήταν μέσα στο σπίτι τους, ειδικά «αι κορασίδες επέστρεφαν νωρίτερα με τη δύση του ήλιου».

Σήμερα οι νέοι μας, δίχως ωράριο, διαχέουν ηχορύπανση με τα φορητά HiFi και τα κορίτσια από κοντά και μπροστά σε όλα (ισότητα το λέμε). Η πλειοψηφία  των νέων κάνει χρήση του κοινού πλέον υποκοριστικού «μακάκα» (είδος πίθηκου), αντί του ρε φίλε!

 

Πίσω στην παιδική εποχή του δημοτικού.

Μετά την εγγραφή μου στο δημοτικό σκολειό και τις αρχικές συστάσεις, ήρθε και η γιαγιά μου να δει τη δασκάλα.

Θυμήθηκαν τα παλιά από την εποχή που η Φωφώ είχε μαθήτρια τη μητέρα μου.

Είχαν τσακωθεί τότε, γονιός εναντίον εκπαιδευτικού (πληροφορία επιβεβαιωμένη εκατέρωθεν).

Ασυμφωνία παιδαγωγικής διαδικασίας, λέω σήμερα.

Ολίγη απλή αριθμητική εις το πρόγραμμα προς ώρας, δεν βλάπτει:

Υπολογίζω για την ιστορία, 1948 που γεννήθηκα +6=1954 όταν «ήμανε» στη 1η δημοτικού.

Το 1922 ήταν η χρονιά που γεννήθηκε η μητέρα μου + 7, ή +8 χρόνια περίπου όταν είχε την ίδια δασκάλα. Άρα υπολογίζω 1930 πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που η Φωφώ διδάσκει την οικογένειά μου (πρέπει να ήταν φρέσκο - διορισμένη).

Ήταν 1956-57 όταν εγώ είχα δασκάλα τη γνωστή σας πλέον Φωφώ.

Η ζωή γράφει τα δικά της σενάρια!

 Άνετα αυτή η ιστορία του νεώτερου Ελληνισμού θα γινότανε σήμερα ίσως ένα εξαιρετικό σίριαλ αν το αναλάμβανε ένας καλός σκηνοθέτης.

Τα σκηνικά δεν θα ταιριάξουν εύκολα χρονικά, καθώς πέρασαν σχεδόν 70 χρόνια (έτη). Τίποτα παλιό δεν απόμεινε, όλα δόθηκαν αντιπαροχή.

Μας είχε βάλει και έκθεση η Φωφώ με σχετικό θέμα, θυμάμαι.

Την έχασα για πολλά χρόνια τη Φωφώ, αλλά τη θυμόμουν σαν δασκάλα.

Είχα απολυθεί από την ΕΑ αρχές του 1973.

Το 1974,  τον Ιούλιο, ξανά πίσω στην ΕΑ επιστρατευμένος για 15 ημέρες, άρτι αφιχθείς από διακοπές στις τότε παραδεισένιες Ιο και Σαντορίνη, του 1974, εγώ εδώ, κι ο Αττίλας στη Κύπρον μας.

 Τέσσερα χρόνια μετά, ήμουν καινούριος επαγγελματίας φωτογράφος.

Πρέπει να ήταν ανάμεσα 1978-1979 όταν  βρήκα ξανά τη Φωφώ μπροστά μου.

Τα της σύντομης και ευχάριστης επανασύνδεσης…*

* αν βιάζεστε πηγαίνετε ποιο κάτω στο 1963.

Σε φιλικό κατάστημα φωτογραφικών, γνώρισα έναν νέο που μου πούλησε τότε μια φωτογραφική μηχανή την οποία δεν τη χρειαζότανε.

Πήγα σπίτι του για να τη παραλάβω, και βρέθηκα μπροστά στο θάμα!

Αναγνώρισα στο παλιό ξύλινο χαγιάτι τη Φωφώ, τη παλιά, καλή μου δασκάλα.

Ήταν εκεί, γερασμένη, αλλά όρθια, μια εύθραυστη πλέον λεβεντιά, σαφώς κουρασμένη!

-Βρε δασκαλίτσα* μου! Τι κάνεις!  (προσέξτε το υποκοριστικό*)!

Μια φωνή με «κρακελάρισμα» με ρώτησε διστακτικά γεμάτη απορία.

-        Μα, ποιος είσαστε;

Ενός λεπτού σιγή, και ξανά!

-        Ποιος είσαι;

Πώς να με θυμάται; όταν την είχα δασκάλα της έφτανα λίγο ποιο πάνω από τη μέση, ήμουν παιδάκι, και ήταν πολύ ποιο ψιλή τότε. Ήμουν νεαρός άνδρας με μουστάκι και μούσι και μπόλικο μαλλί (νέος της εποχής).

Η Φωφώ ξεχώριζε τότε σαν φάρος, και ήταν ένας φάρος γνώσης , σεβασμού και εμπιστοσύνης, όπως ήταν μέσα στη τάξη!

Ήταν γριούλα τώρα, συνταξιούχος. Δεν ήταν η αυστηρή, λεβέντισσα γυναίκα που ήξερα και που αγαπούσαμε, αλλά και τη φοβόμαστε, καθώς ήταν και το πρώτο μπόι!

Ο χρόνος την είχε μεταμορφώσει, τη προετοίμαζε για το μεγάλο τελικό ταξίδι.

Τη πήρα αγκαλιά και τη φίλησα, σαν να ήτανε η γιαγιά μου.

Τώρα είχα το ίδιο ύψος με τη Φωφώ!

Της είπα ποιος είμαι, και πως είμαι φωτογράφος και γραφίστας!

Η  συγκίνηση δεν περιγράφεται…πως θα μπορούσε;

Δεν είμαι λογοτέχνης, απλά προσπαθώ να κατεβάζω μνήμες στο χαρτί, σαν να τραβώ ακόμη φωτογραφίες στο φιλμ.

Άστραψε το βλέμμα της δασκάλας, χάρηκε, δάκρυσε.

Το παιδί της, κοιτούσε έκπληκτο! Ήταν τότε δόκιμος ανθυποσμηναγός στη ΕΑ, και στην εφεδρεία.

Ποιος να το περίμενε ότι μετά τόσα χρόνια, η ίδια γυναίκα-σύμβολο μητέρας, εργαζόμενης και δασκάλας θα στεκότανε όρθια να γεφυρώνει τις γενεές!

Λίγους μήνες μετά, πέρασα ξανά από το παλιό σπίτι των Εξαρχείων για να τη δω.

Το σπίτι; απουσίαζε!

Το παλιό, ζεστό και γραφικό, ξύλινο δίπατο, είχε δοθεί αντιπαροχή, είχε ισοπεδωθεί. Κανείς εκεί γύρω δεν ήξερε τι απόγινε η Φωφώ, ή το παιδί της.

Ο επόμενος δάσκαλος της 5ης τάξης ήταν κάτι σαν, βασανιστής.

Σκληρός άνθρωπος, βάρβαρος, λάθος δάσκαλος, και δεν θέλω να πω περισσότερα, ή να θυμάμαι…

«Το πέμπτο το γυμνάσιο, τριώροφη καλύβα, κτίστηκε την εποχή του ένδοξου Αννίβα»!

Μετά ένα χρόνο (μετά το τέλος του δημοτικού) πήγα στο 5ο γυμνάσιο Αθηνών για τις 3 πρώτες τάξεις, και μετά για τη πρώτη λυκείου= 4 έτη συνολικά.

Εδώ άλλαξαν πολλά.

Η πρώτη τάξη ήταν δύσκολη, κάτι σαν στρατός, και φυλακή, και σχολείο συνάμα. Σοβάρεψε η εκπαίδευση!

Από το πρώτο μάθημα, έμαθα να γίνομαι αόρατος, να μη με θυμάται κανείς. Τη πρώτη ημέρα εκεί, έλαβε χώρα τρομερός κρεμμύδο-πόλεμος! Είχαμε κάποια θύματα και ένα τσουβάλι κρεμμύδια σκορπισμένα στην «τεράστια» αυλή του πέμπτου!

Εκεί είχα καλούς σχετικά βαθμούς, αν και ήταν «σφιχτοί» οι καθηγητές, αλλά καλοί άνθρωποι. Αν έγραφες και έλεγες μάθημα, «αν είχες μάθει καλά το μάθημά σου», η ανταμοιβή ήταν σίγουρη και ενθαρρυντική.

Επομένως; Συνεταξάμην, αναγκαστικά.

Το 1963, το Μάιο, δολοφονείται ο Γρηγόρης Λαμπράκης από το παρακράτος. Η μαθητική κοινότητα και η κοινωνία έγιναν καζάνι που βράζει. Όχι πως ήταν ήσυχη πριν, αλλά.

Στο «σκολειό» όμως όλα ήταν κανονικά. Σχεδόν.

Γιατί σχεδόν; Γιατί εντελώς κανονικά δεν θα το έλεγα. Η κοινωνία ήταν μουδιασμένη, ο λαός οργισμένος.

Όταν  άρχισε η άλγεβρα έμεινα πίσω. Όλα τα άλλα μαθήματα ωστόσο μου άρεσαν, διάβαζα όλα τα βιβλία από το πρώτο μήνα και μετά απλά τα ξεφύλλιζα! Αλλά με την άλγεβρα;

Θαρρώ δεν γνωριστήκαμε σωστά!

Ψυχανεμίστηκα πως δύσκολα θα γίνω καλός θεωρητικός, ειδικά στα μαθηματικά.

Τα ανώτερα μαθηματικά, εκτός από το χάος και τα γραφικά φράκταλς,  ποτέ δεν ενδιέφεραν. Η φυσική, η ιστορία, η γεωμετρία  και η γεωγραφία, ήταν μαθήματα στα οποία είχα κλήση, τα «έπαιρνα» με τη πρώτη ανάγνωση!.

Κάτι μου έλεγε από τότε, πως αυτό που θα θελήσω να κάνω (όταν μάθω τι θα είναι αυτό), δεν θα το μάθαινα ποτέ από τη δημόσια εκπαίδευση, ας είναι και δωρεάν.

Αγάπησα κυριολεκτικά τα αρχαία όταν κάναμε μάθημα τους νεκρικούς διάλογους του Λουκιανού, και τα νέα; από τον Κονδυλάκη και το Καζαντζάκη.

Ήταν η πρώτη χρονιά της αναγκαίας, και κατά Παπανούτσο μεταρρύθμισης και ήμουν στη 4η τάξη, στη πρώτη λυκείου, όταν ήρθε και η πρώτη αγάπη (περίπου σαν αυτή του Κονδυλάκη)!

Η κοινωνία έβραζε, η χώρα έψαχνε το δύσκολο το δρόμο της.

Συνεχίσαμε να ομιλούμε και να γράφουμε εις τας τάξεις του λυκείου μας εις «άπταιστον καθαρεύουσαν»…

Ας ήταν όμως, εμείς είχαμε τα λαϊκά μας , το Γρηγόρη και τη Σωτηρία, και τη Μαρίκα, και το Χρύσανθο και τας ευχάς του Μίκυ, και το Στέλιο φυσικά.

Ιστορία, γεωγραφία, νέα Ελληνικά (εκτός από έκθεση), αρχαία Ελληνικά, συντακτικό και γραμματική, Γεωμετρία, Φυσική, Ανθρωπολογία, όλα μου άρεσαν. Τα Γαλλικά όμως δεν…

Ήταν όμως υπερβολικά καλή, ευτυχώς, η μαντάμ των Γαλλικών.

Είχα αρχίσει Αγγλικά από 10 ετών και έτσι ακόμη μια νέα γλώσσα μου έπεσε «βαριά». Ωστόσο, από 2η τάξη γυμνασίου (όχι λυκείου) είχα αρχίσει να αγοράζω από το λιγοστό χαρτζιλίκι μου λογοτεχνικά βιβλία. Διάβαζα μέχρι αργά το βράδυ και άκουγα τη ραδιοφωνική βιβλιοθήκη από ένα μικρό φορητό δέκτη. Παράλληλα τα καλοκαίρια, όσο είχα λίγα κέρματα, δεν άφηνα ταινία να μου ξεφύγει.

Τελικά στη 4η τάξη,  (ήταν πρώτη λυκείου αρρένων), έμεινα στην Άλγεβρα για το Σεπτέμβριο. Ωστόσο πέρασα και την άλγεβρα και τη χρονιά με φροντιστήριο. Στο απολυτήριο της χρονιάς έλαβα βαθμό 15! Μάλιστα ναι.  

Αναθάρρησα πως θα σπουδάσω κάτι.

Το δράμα στην εκπαίδευσή μου, άρχισε από την 5η τάξη, ή αλλιώς 2η λυκείου στο 6ο γυμνάσιο-λύκειο Αθηνών.

Το «κάτεργο» αυτό ήταν δίπλα στις τότε φυλακές του Βαριώτη!

Ίσως σας λέει κάτι αυτό ως συμβολισμός εκπαίδευσης το 1965-66!

Ας το πάμε και ποιο βαθιά το μαχαίρι στο κόκαλο.

Έχει αρχίσει από το 1965 η μετανάστευση από την Ελλάδα να ξεπερνά τις γεννήσεις!

Αυτά τα ξεχνάμε; Όχι βέβαια.

Σήμερα, το 2024, και μετά από μερικά Πανελλήνια συνέδρια, ακόμη συσκέφτονται και ψάχνονται γιατί μεταναστεύουμε, γιατί λιγοστεύουμε, γιατί δεν γεννάμε!

Πίσω στο καλοκαίρι του 1966, χαρά και εργασία στο πατέρα μου, εντατικά αγγλικά και ελεύθερο σχέδιο. Τα κείμενα στα σχολικά βιβλία ήταν γραμμένα στη καθαρεύουσα. Αν δεν απαντούσες ως ψιττακός ακόμη και από το βιβλίο της γεωγραφίας, κατά πως ήτανε γραμμένη η γνώση, σου έβαζε ο καθηγητής ένα 3, ή ένα 4, λίαν επιεικώς.

Ίσως να είχανε λάβει σχετική εγκύκλιο οι καθηγητές….

Είχα καταλάβει όμως από το σχολείο τι σημαίνει: εξουσία, βία, ειρωνεία, σαδισμός,  απογοήτευση, λάθος τρόποι μάθησης, κακοί βαθμοί, διαχωρισμός των τάξεων σε έξυπνους, ξύπνιους, πονηρούς, αργόστροφους, ονειροπόλους, αιθεροβάμονες, δυνατούς κι αδύνατους. Τα χρόνια στο γυμνάσιο και λύκειο, ήταν πλήρης η απουσία αισθητικής μόρφωσης, καλλιτεχνικής διεξόδου, έρευνας πέρα από το σχολικό βιβλίο. Ούτε μουσική, ούτε κινηματογράφος.

Ήτανε ο θάνατος της φαντασίας και αισιοδοξίας, μαυρίλα για ένα μέλλον που μέσα από την εκπαίδευση θα με έκανε ικανό και κοινωνικά ένα χρήσιμο σκλάβο.

 Flash Back-Πίσω πάλι για λίγο, στο λύκειο του 1966 (ένα έτος πριν το στιγμιαίο έγκλημα).

 Οι βαθμοί που μας βάζανε στο 6ο μας κόβανε τα φτερά. Ο μοναδικός μεγαλύτερος βαθμός στη τάξη μας ήταν 15 (στον έλεγχο) και σε ένα μαθητή μόνο. Στα απολυτήρια ο διαδεδομένος βαθμός ήταν 13 και σπανίως το 14, από όσο γνωρίζω.

Πλήρης η άγνοια του διδακτικού προσωπικού για το τι σημαίνουν: έπαινος, ενθάρρυνση, έρευνα, σχολιασμός, κρίση, υποθέτω!

Τίποτα πέρα από την ύλη του υπουργείου.

Μια φορά μόνο μου βάλανε 16 αντί για 20 σε  ένα πρόχειρο διαγώνισμα ιστορίας με θέμα το πρόσφατο μάθημα της μάχης του Μάρνη! Το κείμενο που έγραψα μέσα στη σχολική ώρα, ήταν άριστο από κάθε άποψη ακόμη και σήμερα που ξέρουμε αρκετά για το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Αλλά στον έλεγχο εξαμήνου φάνηκε ως 13! Ωστόσο, δεν με είχε σηκώσει ποτέ στο μάθημα άλλη φορά! Που το βρήκε ο άνθρωπος το 13;

Του έπεσε «βαρύ» το κείμενο του διαγωνίσματος του καθηγητή θρησκευτικών που είχε αναλάβει το μάθημα ιστορίας μας!  Για να καταλάβει ο σύγχρονος Έλληνας τι μαθαίναμε, θα αναφέρω μόνο το μάθημα της έκθεσης. Η διαταγή ήταν:

-«βγάλτε ένα μια κόλα χαρτί και γράψτε μια έκθεση για το ΝΑΤΟ», ή, για το άλλο δημοφιλές θέμα: «την αποταμίευση»!

Μα , κάθε χρόνο; Δίχως ουδεμία οδηγία, ή ένα βασικό μάθημα, διάλεξη ίσως, πως γράφεται μια έκθεση ιδεών, και όχι μια δημιουργική γραφή, ή, ένας μύθος. Γνωρίζαμε μόνο ότι το ΝΑΤΟ, ήταν φραγμός εις στους τότε κομμουνιστάς, κι όχι αυτό που ίσως γνωρίζετε σήμερα.

 Οκ αλλάζουν οι λεπτομέρειες….

Όσο για την αποταμίευση; Ήταν μπόλικες τράπεζες μια φορά και ένα καιρό, και μόλις 4 το 2024.

Αν μια χώρα, με τόσους οικονομολόγους επιστήμονες, έχει τέτοια οικονομικά χάλια, μήπως κάτι δεν είναι εντελώς σωστό; Λέω τώρα.

Αν αυτό το λέτε εκπαίδευση, μη διαβάσετε ποιο κάτω, είναι περιττό.

Σημασία έχει ένα πράγμα. Στέρησαν στα περισσότερα παιδιά που αποφοιτήσαν τη χρονιά 1966 από το 6ο τη δυνατότητα να περάσουν στο τότε ατελές έστω σύστημα του ακαδημαϊκού, και να «ωριμάσουν» ανταγωνιστικά μεν, αλλά σε ένα περιβάλλον ανώτερης μόρφωσης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το σύστημα μας μάσησε και μας έφτυσε!

Ήταν σκόπιμα οι χαμηλοί βαθμοί τους ο κόφτης στα όνειρα και τις ελπίδες της γενιάς μου; Ή μήπως θέλανε να μας σώσουν από τη παραμόρφωση;

Ήθελαν νομίζω, φτηνούς και αμόρφωτους εργάτες, εργατικά χέρια, να μην αντιμιλάνε στα αφεντικά, ούτε στους χουντικούς που πρόβαλαν σαν τα αυγά του φιδιού.

Τα αυγά άνοιξαν σε λίγους μήνες.

 Άλλαξε η κατάσταση αργότερα με το Παπανούτσο, μεταπολίτευση κλπ. Καθώς από τη πρώτη του μεταρρύθμιση πέρασαν  μόνον : οι λίγες αδικαιολόγητες απουσίες  (50) και ο διαχωρισμός σε τριτάξιο γυμνάσιο-και τριτάξιο λύκειο. Τα μικτά γυμνάσια-λύκεια, ήρθανε αργότερα, δεν με πρόλαβαν, τους βγάλανε τα καπέλα από τα αγόρια, και τις μπλε ποδιές από τα κορίτσια. Από τη τάξη, στο χάος!

Η καθαρεύουσα έμεινε στη θέση της, κι αν το 1965-66 δεν απαντούσες ότι τα προϊόντα της βορείου θαλάσσης ήταν: -«αρίγη, σαρδίνη, βακαλάος,!», το τριάρι, το έπαιρνες προίκα! Καταλάβατε;

Το έζησε ένας συμμαθητής μου, και έλαβα εγώ ως καλός μαθητής το άριστα 11!

Έλαβα εγώ τον κότινο της δόξης, διότι απάντησα ακριβώς έτσι: « εις τη βόρειο θάλασσα βρίθουν η αρίγη, η σαρδίνη, ο βακαλάος και το κριλ με το οποίο τρέφονται»…

Αλλά ο αθώος Σπύρος είχε απαντήσει: ρέγγες, σαρδέλες και μπακαλιάροι, και φυσικά η τάξη γέλασε για τους βαθμούς που μας ανακοίνωσε άμεσα ο «άρχων»!

Περιττό να πω πως ήθελα να ανοίξει άμεσα η γη να με καταπιεί.

Κάνοντας απολογισμό, από το 6ο λύκειο κυρίως ενοχές και οργή έλαβα ως γνώση. Οκ, κάτι αποκόμισα!

Κάθε σύγκριση, ή ανάμνηση από την εκπαίδευση ήταν υπέρ της καλής μου της Φωφώς. Άλλα χρόνια όμως, και άλλο δάσκαλος, άλλο καθηγητής.

Σεπτέμβριο 1966 δεν πετυχαίνω στο Ακαδημαϊκό. Με 13 του απολυτηρίου (2 χρονιές) και με 38-39 πυρετό στις εισαγωγικές ήταν αναμενόμενο. Πολύ σύντομα όλοι οι φίλοι και φίλες –συμμαθητές και συμμαθήτριες, ακαδημαϊκοί πολίτες πλέον, με ξέχασαν.

Πρώτη Μαρτίου του 1967, βρίσκω εργασία, συνεχίζω τα μαθήματα ελεύθερου σχεδίου, αρχίζω να παρατηρώ, να βλέπω, να σχεδιάζω με μικρό μολύβι ελεύθερα στο χαρτί διαστάσεων 35Χ50!

                         Μια στιγμή! Αλλά τι στιγμή!

Την 21η Απριλίου 1967 συνέβη το «στιγμιαίο» αδίκημα»!

Τελικά, ο φοίνικας ανέστη, κάποιοι «χάσανε τα ίχνη τους», και εγώ έψαχνα να βρω τι θα κάνω στη ζωή και στην Ελλάδα. Και το έργο αυτό το είχανε στηρίξει και οι δημόσιοι καθηγητές του 6ου, υποχρεωτικά ίσως, αλλά δεν θα το ξεχάσω, και δεν το συγχωρήσω ποτέ. Ποτέ.

Από πολιτική τότε δεν είχα τη παραμικρή ιδέα, και άρχισα αναγκαστικά να βλέπω…

Ελλάς, Ελλήνων Χριστιανών, λοιπόν, καθολικώς διαμαρτυρομένων, με την λαγνεία για τους αρχαίους ημών προγόνους , το πουλί για φφόντο και το φανταράκι με το όπλο επ’ ώμου.

Αργότερα, μετά τη μεταπολίτευση, βγήκε η «σοφή» απόφαση της Ελληνικής δικαιοσύνης, αντίθετη προς το λαϊκό αίσθημα και την ιστορία μας.

Το αδίκημα, ήταν στιγμιαίο!

Επανάσταση το είπαν κάποιοι! Ούτε λήψη φωτογραφίας δεν ήταν (1/125 του δευτερολέπτου) καθώς η δικαιοσύνη είναι τυφλή, δεν τραβάει και δεν βλέπει φωτογραφίες.

 Έγινε σε μια στιγμή το αδίκημα, που κράτησε κάμποσες ημέρες για να πήξει καλά ο γύψος, που κράτησε 7 έτη! Εξορίες και πάλι, εκτοπισμένοι οι συνήθεις ύποπτοι από παλιά, κλπ μεγαλοαστοί...

Και έτσι, έγινε κατανοητό από όλους τι ήθελε να πει ο Αλβέρτος για την διαστολή-συστολή του χρόνου.

Το 1965-66 μερικοί συμμαθητές μου, έφυγαν από το 6ο και πήγαν σε άλλα γειτονικά λύκεια όπου έλαβαν σαφώς ποιο καλούς βαθμούς, τους παρείχαν  και καλύτερη μόρφωση; Τελικά πέρασαν σχεδόν όλοι σε ανώτερες σχολές.

Εμείς, οι λεβέντες, στην 6η τάξη/ 3η λυκείου, του 6ου το 1966 φυλάξαμε τις Θερμοπύλες, και είχαμε πανωλεθρία.

Και δεν μπορεί σκέφτομαι σήμερα, να μεταφράζω οποιοδήποτε «άγνωστο» αρχαίο κείμενο, να μη κάνω λάθη συντακτικού-γραμματικής και ορθογραφίας και να έχω διαχρονικά μόνο 13 στα αρχαία στις δυο κρίσιμες τάξεις!

Τι στα κομμάτια; Για πλάκα αναζητήστε το θέμα έκθεσης που είχανε βάλει το 1966 στις εξετάσεις για το Ακαδημαϊκό.

Πήγαμε για να μάθουμε γράμματα, να ανοίξουμε τα στραβά μας, και μάθαμε τι;  Τυφλή υπακοή προς τον άνθρωπο με το βιβλίο της καθαρεύουσας, τη μετάφρασή του, και το τεφτέρι με τα ονόματα και τα σύμβολα της καταδίκης δίπλα.

Θυμάμαι τώρα το φιλμ Viva Zapata, για τον Αιμιλιάνο Ζαπάτα και το όνομά του στη λίστα με τους επικίνδυνους…

Η απογοήτευση και η αδιαφορία ήταν διάχυτες στις τάξεις μας.

Αποχαιρετισμός στο σύστημα και, « λευτεριά στα γίδια»!

Η μη είσοδός μου στην ακαδημαϊκή κοινότητα είχε συνέπειες στη ζωή μου. Ίσως να μου έκανε και καλό, αφού έγινα αυτό που ήθελα, μόνος μου, δίχως καθηγητάδες. Έτσι δεν ήτανε όλες αρνητικές οι συνέπιες καθώς ήμουν «περίεργο» μυαλό, αργόστροφο ίσως, αλλά «πιάνανε τα χέρια μου», λάτρης της φυσικής και της μηχανικής, με ευρύτητα σκέψης, παρατηρητικότητα, και βασικά; καλλιτεχνική φύση. Νομίζω είμαι ακόμη, και μου προκαλεί τεράστια απορία τι πρόσφερε στις ανήσυχες καλλιτεχνικές φύσεις το τότε εκπαιδευτικό σύστημα καθώς είχανε βάλει φόρο και συνδρομή ακόμη και στα μικρά φορητά ραδιοφωνάκια ημών των νεαρών ιθαγενών. Για μουσική , θέατρο, κινηματογράφο, ζωγραφική τίποτα! μούγκα στη στρούγκα! Αυτά τα ανακάλυψα μονάχος, όπως και τη ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, αλλά αυτήν κυριολεκτικά ολομόναχος το 1967-68.

Το ακούτε; Μόνος μου, απλά αλλά μου πήρε περισσότερο χρόνο

 Το Σεπτέμβρη του 1967, με δέχτηκαν μετά από τυπικές κατατακτήριες εξετάσεις στη σχολή Δοξιάδη. Επέλεξα τη γραφιστική που ήταν εφαρμοσμένη τέχνη, πλησιέστερη στη ζωγραφική, με στόχο να βρω εργασία. Ήταν η τελευταία δυνατότητα, για να μην ακολουθήσω απελπισμένος το εμπόριο δίπλα στο πατέρα μου.

Το χειμώνα του 1968, ανακαλύπτω τη φωτογραφική τέχνη χάρη στο Σ. Πάσχο. Ήταν συμμαθητής μου από το 6ο και από τα λίγα παιδιά που μείναμε φίλοι μέχρι το θάνατό του 4 Γενάρη του 2017.

Αργότερα, έκανα το δάσκαλο της φωτογραφίας  σε ένα σύλλογο, από το 2002-2006. Εκεί και έδωσα όλο μου το μεράκι την αγάπη και τη γνώση για να μην έχω τη παραμικρή ντροπή πως δεν μετάδωσα τη γνώση μου και δεν έδωσα στους ώριμους πλέον ηλικιακά μαθητές μου κάτι από τον εαυτό μου για να μπορέσουν να δημιουργήσουν και αυτοί.

Αυτό εγώ το ονομάζω εκπαίδευση!

             Εφιάλτες και αναμνήσεις σήμερα.

1) αισθάνθηκα ταπεινωμένος γιατί βλάκας δεν ήμουν, διάβαζα, αλλά κριτικάριζα, σκεφτόμουν, έκρινα, δεν αποδεχόμουνα το αλάθητο του «καθηγητή» που ήθελε μονάχα την εξόντωσή μας ως νέα γενιά. Λυπάμαι αλλά έτσι ένοιωθα.

2) Οργίστηκα καθώς μου περιόρισε το σύστημα τις δυνατότητες με ένα απολυτήριο με μέσο όρο 13  όταν οι φίλοι μου που γλύτωσαν από το κάτεργο, πέρασαν με 15 και 16 πανεύκολα, κι ας ήταν λιγότερο μελετηροί και έξυπνοι.

3) Επί αρκετά χρόνια έτρεφα μίσος για όλους τους καθηγητές του 6ου, για τις ειρωνείες τους, την αμορφωσιά τους, τη κακία τους, τη κατάχρηση εξουσίας και τους κάκιστους βαθμούς που μας έβαζαν δίχως ανθρωπιά, αλλά με διάχυτο το μίσος. Είχα εφιάλτες συχνά και μέχρι το 1990, αλλά με βοήθησε πολύ ο Φρόιντ και η εισαγωγή του στη ψυχανάλυση.

Εξαίρεση μοναδική ήταν οι καθηγητές φυσικής αγωγής μας στο 6ο, και  στο 5ο. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν θαυμάσιοι, αλλά οι καλοί τους βαθμοί δεν μετράγανε τότε στο Ακαδημαϊκό και το 18 και το 19 στη γυμναστική δεν βοήθησαν.

4) Το σύστημα, με ανάγκασε να στραφώ στις δικές μου δυνάμεις, να μάθω περισσότερα Αγγλικά, να πάρω μαθήματα ελεύθερου σχεδίου, να μπω σε σχολή γραφιστικής, και να στραφώ στη φωτογραφία!

Λόγω χαμηλών βαθμών στο λύκειο και απουσίας μέσων και γνωριμιών, το να μπω στη σχολή καλών τεχνών που μου άρεσε η ιδέα, ήταν  αδιανόητο δίχως μέσο.

Μέχρι που πήγα και πήρα πληροφορίες για τη σχολή μαρκονιστών του ΕΝ.

Αλλά ΟΧΙ, δεν του πέρασε του συστήματος.

Έγινα αυτοδίδακτος φωτογράφος!

5) Η κατάντια της εργοδοσίας και του ΙΚΑ το 1968 -1970.

 Όταν  τέλειωσα τη γραφιστική, ήμουν ήδη ένας καλός αλλά αυτοδίδακτος φωτογράφος, όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καλύτερο μισθό από αυτό του ανειδίκευτου υπάλληλου! Ντροπή!

6) Άλλη τραγωδία της εκπαίδευσης ήταν πως δεν υπήρχε σχολή φωτογραφίας. Οι φωτογράφοι δεν έδειχναν παρά μόνο τα βασικά για να τους βγάζεις παραγωγή, ήταν φωτογράφοι με κληρονομικό δικαίωμα! Η ΕΦΕ, ήταν ένας κλειστός συντηρητικός κύκλος αυστηρών ερασιτεχνών με οικονομική άνεση, από τον οποίο ελάχιστη  τεχνική γνώση μπορούσα να περιμένω μετά την  έρευνα που έκανα τότε. Το τμήμα φωτογραφίας και το τμήμα γραφιστικής έγιναν στα ΤΕΙ πολύ αργά για όλους εμάς τους αυτοδίδακτους. Αυτό ήταν λίγο πριν μπούμε στην ΕΟΚ.

Από το 1970 ζητούσαν οι φωτογράφοι (ΠΟΦ) σχολή φωτογραφίας. Λόγο ΕΕ το 1984 αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν τη δημιουργία της σχολής μέσα στα ΤΕΙ, και να καλέσουν όλα τα συλλογικά όργανα για πρώτη φορά να πουν τη γνώμη τους στα πλαίσια της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και να κάνουν προτάσεις για την ύλη κλπ.

Το 1985 μπήκαν οι πρώτοι φοιτητές με εξετάσεις μέσα από το Ακαδημαϊκό.

Αυτό ήταν!

Μας χρησιμοποίησαν για το ξεκίνημα της σχολής μόνο (ύλη, δικαιώματα κλπ), και μετά μας αγνόησαν πλήρως όλους τους 4500  (ίσως και περισσότερους) φωτογράφους της ΠΟΦ! Ακόμη και αυτούς που είχαν πτυχία εξωτερικού (φωτογράφοι της τότε ΕΦΕΔΗΦ)!

Μας θυμήθηκαν όμως όταν έβαλαν το τέλος επιτηδεύματος για κάτι που ποτέ δεν μας δίδαξαν, εμάς τους παλαίμαχους!

Τι έγινε με τους νέους  πτυχιούχους φωτογράφους;

Όπως αδιαφόρησαν τα ΤΕΙ και οι πρώτοι «δάσκαλοι», αδιαφόρησα και εγώ, ειδικά όταν βγήκα στη σύνταξη.

Στοργικό και φιλικό κράτος δεν έχουμε, συνάδελφοι; Έχω την αίσθηση πως κάποιοι, δίδαξαν τους φοιτητές μας να κρατηθούν μακριά από τους μη πτυχιούχους, που δεν είχαν χαρτί από το ΤΕΙ φωτογραφίας.

Κάτι ανάλογο είχε γίνει και με τους μουσικούς, τους λαϊκούς και παραδοσιακούς και τους επί πτυχίο. Το γράφω καθώς μια φορά, ποτέ δηλαδή,, δεν κάλεσαν για τα μάτια, έναν φωτογράφο από τους παλιότερους να πάει να τους μιλήσει για τα κοινά όνειρα και τα προβλήματα της  τεχνικής και της τέχνης μας.

7) Αγγλικά, ξενύχτι, δικό μου μικρό σε διαστάσεις, αλλά πλήρες εργαστήριο, διάφορες φωτογραφικές μηχανές, εκτυπωτικές, σκοτεινός θάλαμος, τεχνική βιβλιοθήκη με ότι έκδοση βιβλίο, ή περιοδικό κυκλοφορούσε. Βρήκα και μια πρώτη εξωτερική εργασία σε φωτογράφο για να βγάζω τα έξοδα της σχολής γραφιστικής.

Άλλη μια φορά: Φωτογραφία, έμαθα μόνος μου. Και φυσικά είμαι πολύ υπερήφανος και γιατί να το κρύψω άλλωστε;.

8) Τελικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα λειτούργησε αλλά όχι όπως είχε σχεδιαστεί. Έμαθα γραφή, ανάγνωση, αριθμητική, γεωμετρία, φυσική, να μένω αόρατος, να έχω κρίση, και ευρύτητα σκέψης, να αμφιβάλλω για όλα, που είναι η αρχή της φιλοσοφίας, λένε. Άρχισα να διαβάζω φιλολογία, και εδώ είχαμε το πρώτο παράδοξο της εκπαίδευσής μου. Πως ένα παιδί που λάτρευε το διάβασμα, δεν έγραφε καλές εκθέσεις σύμφωνα με τους καθηγητές;

Ας απαντήσει όποιος μπορεί.

9) Περισσότερο με βοήθησε στη ζωή μου η ΕΑ (Ελληνική Αεροπορία). Δίνοντάς μου την ειδικότητα του φωτογράφου, μου εμπιστεύτηκε ολόκληρη επιστασία και έργο, με έκανε εκπαιδευτή παρά το νεαρό της ηλικίας μου, μου έδωσε την ευκαιρία να εκμεταλλευτώ τα υλικά, την γνώση και τα εργαλεία, να μάθω να συνεργάζομαι με κατώτερους και ανώτερους συνάδελφους, ένστολους και μη, κατάφερα να διαβάσω τα φωτογραφικά εγχειρίδια που είχαν αφήσει οι προηγούμενοι (USA), να αποκτήσω υπευθυνότητα  και αξιοπρέπεια που ουδέποτε είχα στο λύκειο. Στην ΕΑ έγινα αυτό που λένε: άνθρωπος υπεύθυνος.

Μεγάλο σχολείο η θητεία! Ως φωτογράφο της μονάδας με έμαθαν όλοι. Έγινα «κάποιος»! Δίχως να προσπαθήσω καν. Είχα σκεφτεί ακόμη και να ζητήσω μονιμότητα, αν με δεχόντουσαν! Οι 28μήνες θητείας δεν πήγαν χαμένοι, το αντίθετο! Εργάστηκα, βελτιώθηκα, έμαθα, πειραματίστηκα με το ορθοχρωματικό, solarization,  και άλλες τεχνικές

10) Η δίψα μου να βελτιώνω και να διορθώνω με βοήθησε στο να επαναφέρω με τη βοήθεια ενός λεβέντη συνάδελφου αξιωματικού, το σε άθλια κατάσταση φωτογραφείο της μονάδας. Επισκευάσαμε και συντηρήσαμε τα πάντα.

11) Ένα από σημαντικότερα «πράγματα» που γνώρισα στη θητεία μου, ήταν ο Σ. Φρόιντ και η εισαγωγή στη ψυχανάλυση που μου έδωσε ο φίλος και συνάδελφος Κώστας. Αργότερα, άκουσα χιλιάδες πικρόχολα σχόλια για το μεγάλο επιστήμονα. Όμως, για ένα στοχαστικό άτομο, σαν την αφεντιά μου, το βιβλίο αυτό ήταν ίσως το βασικότερο μάθημα στην εκπαίδευσή μου, και δεν ήρθε από κανένα σχολείο, αλλά από ένα απρόσμενο φίλο. Στα 24 χρόνια μου ήμουν πλέον συμβιβασμένος με το καλό μου φίλο, εμένα τον ίδιο!

12) Η γενιά μου, μετά το Πολυτεχνείο (17 Νοέμβρη του 1974), ήτανε σαστισμένη, κατηγοριοποιημένη από το «εκπαιδευτικό» σύστημα που είχε μετατρέψει το νεαρό Έλληνα σε κυνηγό χάρτινων τίτλων. Έγινε αναγκαστικά πολιτικοποιημένη η γενιά πριν καν μάθει την νεότερη ιστορία μας, έσκασε μύτη η 17η Ν. Σκοτεινές και «περίεργες» δυνάμεις φρόντισαν και μάθαμε από σκόπιμες διαρροές και εκδόσεις για σχεδόν όλες τις πολιτικές θεωρίες και το χάλι της οικονομίας πριν τις κρίσιμες εκλογές του 1974. Πριν καν προκηρυχτούν οι πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης, κυκλοφόρησαν βιβλία όπως : 1984, η φάρμα των ζώων, ο Αγών μου, θεός και κράτος, άκου Ανθρωπάκο, και πολλά άλλα «φροντιστηριακά βοηθήματα για τους συνήθεις άγνωστους»…, Τα περισσότερα ήταν λογοκριμένα από τους ασκούντες εξουσία, αλλά ήρθε η μεταπολίτευση, και έγινε ξαστεριά.

Έγινε;

13) Παρουσιάζονται αναρχικές ομάδες, «τρομοκρατικές οργανώσεις» σκάνε μπόμπες…Ακούμε για πρώτη ίσως φορά, πως το τυπικό πτυχίο ανώτερης σχολής δεν αρκεί, αλλά χρειάζονται μεταπτυχιακό, και μετά διδακτορικό, ίσως και κάτι ακόμη; Και όταν τα αποκτήσουν όλα αυτά με έξοδα των φορολογούμενων (ανάμεσα και ο αποκλεισμένος εγώ), τότε φεύγουν έξω, για ακόμη καλύτερες ημέρες… και απολαβές.

Γιατί; Γιατί η δωρεάν εκπαίδευση έμαθε στους περισσότερους πολύ καλά μόνο το κυνήγι για το κέρδος, την εκμετάλλευση της γνώσης. Το όνειρο και το όραμα της προσφοράς στη κοινωνία αφέθηκε στη τύχη, και στο πατριωτισμό των Ελλήνων, όπως το άρθρο 114 του συντάγματος.

Η ζημιά είναι τεράστια! Οι εξοδούχοι αυξάνουν…και οι συνταξιούχοι εξ άλλου.

14) Κινηματογράφος, καλές τέχνες, ζωγραφική, μουσική κλπ ήταν σχεδόν απαγορευτικές ασχολίες.

Από το 1964 μέχρι το 1967, μονάχα η αναρχοκρατούμενη ερασιτεχνική ραδιοσυχνότητα στα ερτζιανά, στα FM και στα μεσαία ήταν η δημοκρατική διέξοδος όσων γνώριζαν να κατασκευάζουν πομπούς. Συχνά όμως έτρεχαν κάθε φορά να γλυτώσουν από τα ραδιογωνιόμετρα της ασφάλειας με το πομπό υπό μάλης!

Τι ημέρες και τι νύχτες ήτανε αυτές, γεμάτες μουσική, κουβέντα, και παράσιτα, Zero B!

- «Έλα, Brake προς όποιο με ακούει»!

-«Ακούτε τον ραδιοφωνικό ερασιτεχνικό ραδιοσταθμό ο Λάκης η Λευκή Ακρίδα»!

-«Εδώ DRUbrake, έλα brake για όποιο με ακούει»,

-«Λευκή Ακρίδα, έλα, με ακούς»; ».

-«εδώ LG, με ακούτε»;

-«Εγώ σας ακούω»;

Καλή σας ημέρα, η, καλή σας νύχτα…

-Ακούει μήπως κανείς;

Μπα, δεν νομίζω, σιγή ασυρμάτου.

Τρέχουν όλοι στα αποκαΐδια, μπας και σώσουν τίποτα!

Και είναι 14η φωτιά στη Πεντέλη που άρχισε να ψήνεται εδώ και μερικά χρόνια!

Η ΒΑ Αττική, από Βαρνάβα, μέχρι Μελίσσια, και πάλι έγινε κάτι όπως: «στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη»!




 

14/08/2024