Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ο κύριος Χάιντς Ντάριο Κούνιο έφυγε...

                         Αναμνήσεις από το κύριο Κούνιο…

Έχω υπηρετήσει ως φωτογράφος στην ΕΑ (σειρά 5η 70) και έχω απολυθεί αρχές του 1973.

Είναι άνοιξη, Μάιος του 1974. Έγινα 26 ετών τότε τον Ιούνιο, στη Θες/νίκη. Ένας «απλός» υπάλληλος φωτογραφείου ήμουν κατά το ΙΚΑ, με μισθό 4.500 δραχμές/μήνα. Ήδη φωτογραφίζουμε εδώ και μια εβδομάδα τα Βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης, τοιχογραφίες, εκκλησίες κλπ.

Φορητή φωτογραφική μηχανή δεν άφησε το αφεντικό να έχω μαζί, έτσι όλα όσα έβλεπα στη παλιά πόλη στα μικρά βραδινά διαλύματα, με έκαναν να θέλω διακαώς να πάρω φωτογραφίες, αλλά πως; Πότε; Με τι;

Όταν τελειώσαμε τις στατικές λήψεις με τη μηχανή στούντιο, μετά από ένα μήνα σχεδόν χωρίς ωράριο κλπ «αηδίες», έπρεπε να μαζέψουμε τα πάντα και να επιστρέψουμε στην Αθήνα. Κατάφερα το αφεντικό να με αφήσει να μείνω δυο ημέρες χωρίς επίβλεψη για να χαρώ χαλαρά τη πόλη, που τότε αντιστεκότανε στον εκσυγχρονισμό της.

Βρήκα ένα «μαγαζί» με φωτογραφικά, μπήκα και…

Εδώ αρχίζει μια ενδιαφέρουσα ιστορία που θυμήθηκα απόψε 17 Απριλίου 2026 διαβάζοντας μια δυσάρεστη είδηση στα νέα.

Πίσω λοιπόν στο 74. Ήταν πρωί στην οδό Κομνηνών, η επιγραφή στο μαγαζί έγραφε: φωτογραφικά Κούνιο.

Και κόκκινη κλωστή δεμένη….

Ένας λεπτός, μάλλον ψηλός άνδρας με ευγενικά χαρακτηριστικά, με θλιμμένο χαμόγελο και έξυπνο αλλά πονεμένο πρόσωπο, με ρώτησε τι θα ήθελα.

Τι θα μπορούσα να θέλω;

Τι άλλο να ήθελα, του είπα, από μια φορητή οικονομική φωτογραφική μηχανή, καθώς δεν είχα πάρει μαζί μου μηχανή;

ήθελα και μερικά φιλμ ασπρόμαυρα για να πάρω φωτογραφίες από τα παλιά απομεινάρια της πόλης που έφευγε.

Έλαμψαν τα μάτια του! Πιάσαμε μια φιλική-ζεστή-ανθρώπινη κουβέντα, γεμάτη φωτογραφία…

Με ρωτούσε με πραγματικό ενδιαφέρον για όλα σχεδόν (που έχω γεννηθεί, που μένω, τι εργασία έκανε ο πατέρας μου, γιατί δεν την ακολούθησα κλπ).

Με ρώτησε πως άρχισα με τη φωτογραφία, αν είχα εργαστήριο, τι μηχανές είχα κλπ. Ερώτησε τι ήξερα, πως τα έμαθα, αν είχα κάνει σπουδές κλπ.

Τότε δεν σκέφτηκα πως και γιατί είχαμε τόσο άμεση και καλή επικοινωνία, δεν γνωριζόμαστε από παλιά. Τον γνώριζα ως όνομα μόνο από τους άλλους συνάδελφους φωτογράφους της συμπρωτεύουσας.

Στο μεταξύ, έσκυψε κάτω από το πάγκο και έβγαλε ένα κιβώτιο μεγάλο, χάρτινο, το έβαλε κλειστό στο πάγκο και συνέχισε να με ρωτάει αν έχω μηχανή, τι μηχανή, τι θέματα μου αρέσουν κλπ πληροφορίες δηλαδή που ανταλλάσουν δυο φωτογράφοι.

Άνοιξε το πραγματικά μαγικό κουτί, και έβγαλε κάτι σκούρα «πράγματα» που μύριζαν συντηρητικό λάδι προστασίας, και ήταν τυλιγμένα σε φίνο λαδόχαρτο.

Άνοιξε ένα «πράγμα» και αποκαλύφτηκε μια παλιάς σχεδίασης φορητή φωτογραφική με πτυσσόμενο θάλαμο- φυσούνα , αλλά εντελώς καινούρια, αχρησιμοποίητη, άπιαστη! Απομεινάρι άλλης εποχής ποιος ξέρει ποιού έμπορου, ή κατασκευαστή.

Μου είπε σεμνά και φιλικά πως του έχουν απομείνει αρκετές και θα μου έδινε αυτή, η κάποια άλλη αν ήθελα σε τιμή δώρο, και να μην στενοχωριέμαι!

Έτσι, με «επέλεξε» μέσα από το σωρό, μια μαυρούλα zeiss 6Χ9 με φακό Scheider-Kreuznach 105mm f/3.5, εντελώς χειροκίνητη εννοείται. Και πόσο μου ζήτησε; 150 δραχμές! Μόνο.

 Σκέφτηκα, να είχα χρήματα θα τις αγόραζα όλες και όχι για εμπόριο! Αλλά δεν είχα. Ήθελα και μερικά φιλμ. Το μοντέλο αυτό «έκαιγε» φιλμ νο 120, και έβγαζε αν θυμάμαι λιγότερες από 10 φωτογραφίες σε κάθε φιλμ, αν ήξερες τα βασικά για το φως και την έκθεση και ήσουνα συγκεντρωμένος.

Ο κύριος Κούνιο, (για το πρόσφατα συγχωρεμένο σας ομιλώ 16 ή 17 Απρίλη 2026),  μου είπε πως λογικά θα χρειαστώ το λιγότερο 10-15 φιλμ 21 Din. Και πολύ σωστά πρόβλεψε από όσα του είπα! Έτσι πήρα και 15 φιλμ Perutz 6Χ9 νο 120 ασπρόμαυρα και «πλήρωσα» 300 δραχμές για όλα! Μόνο τα φιλμ έκαναν τότε 7,5 δραχμές το ένα. Μου βρήκε και ένα μικρό κίτρινο φίλτρο για το φακό της, δώρο και αυτό.

Οι φωτογραφίες που πήρα χάρη σε αυτή τη φωτογραφική ήταν όλες εξαιρετικές σε τονικότητα και ευκρίνεια χάρη στο φακό και τη μεγάλη επιφάνεια του πλαισίου 6Χ9 εκατοστών.

Την έχω ακόμη, τη βλέπω και θυμάμαι το λεβέντη άνθρωπο, τον Έλληνα, το πωλητή, τον άριστο στην επικοινωνία, φίλο των φωτογράφων και της φωτογραφίας, που τότε δεν γνώριζα παρά μόνο εξ ακοής. Δεν ήξερα τότε τι είχε περάσει στα γερμανικά στρατόπεδα, ούτε για το βιβλίο του, ούτε για τον αριθμό που του είχανε δώσει οι Nazi. Έμαθα λίγο μετά, στην Αθήνα του 1975,  πως είχε δωρίσει μια φωτογραφική μηχανή reflex Asahi Pentax 35 mm ως έπαθλο σε Ελληνικό διαγωνισμό φωτογραφίας.

Σήμερα λοιπόν, απόψε, 17/04/2026 θυμήθηκα πως το 1943 σε ηλικία 13 ετών είχανε πάρει και την Άννα Φράνκ τον ανήλικο «φόβο και τρόμο του Γ’ Ράιχ».

Το νεαρό Κούνιο, τον πήραν 15 ετών το 1943 οι ΝΑΖΙ, και του έδωσαν τον αριθμό 109565.

Ενός λεπτού σιγή παρακαλώ.

 Πήρανε, και τους περισσότερους Έλληνες Εβραίους (το θρήσκευμα) της Θεσσαλονίκης. Τους πήρανε οι ΝΑΖΙ για «διακοπές» και τη τελική λύση του 1945.

Επέστρεψαν ελάχιστοι από τους κοντά 45.000, τους στοίβαξαν στα τρένα θανάτου μέχρι να φτάσουν, όσοι έφτασαν στα στρατόπεδα. Εκεί πέρασαν από βάσανα, βαριές δοκιμασίες, πορείες θανάτου, ελάχιστη τροφή, αρρώστιες, και τέλος δεν γλύτωσαν τους θαλάμους αερίων! Επέζησαν ελάχιστοι Έλληνες, Εβραίοι το θρήσκευμα, τα επόμενα έτη, σακατεμένοι ψυχολογικά και βιολογικά.

Ας είναι λοιπόν συγχωρεμένα και στο Παράδεισο, όλα τα θύματα της τρέλας αυτής και να μη τους ξεχνάμε.

Ψάχνοντας πληροφορίες για τη ζωή του κύριου Κούνιο, βρήκα πως ήταν και αυτός δίδυμος, όπως και εγώ, και η Άννα Φ, έτσι κατανοώ σήμερα το πώς και γιατί πιάσαμε τόσο εύκολα συζήτηση για τη φωτογραφία, γιατί πρόβλεψε τις ανάγκες μου που δεν τις εκμεταλλεύτηκε.

Ταινίες, βιβλία, ιστορικά κείμενα που έχω συλλέξει για τη τραγική ζωή των ανθρώπων κάθε ηλικίας που κατάληξαν στα στρατόπεδα, με έκαναν να επιλέξω και το βιβλίο –ντοκουμέντο του θαυμάσιου αυτού κύριου που γνώρισα τότε, ένα βιβλίο που το περιμένω σε λίγες ημέρες.» Έζησα το θάνατο, αριθμός 109565.

Από νωρίς (ήμουν 16 ετών όταν διάβασα το ημερολόγιο της Άννας Φ,  και έμαθα τα βασικά για τους Εβραίους). Από τη πολλαπλή ανάγνωση των διάφορων εκδόσεων του ημερολογίου, κατάληξα πως με ενδιαφέρει η συγγραφή και ανάγνωση μόνο ανάλογων κειμένων και ντοκουμέντων και όχι η δημιουργική γραφή.

Ας είναι λοιπόν ελαφριά η γη που δέχτηκε το βασανισμένο σώμα του άξιου αυτού άνθρωπου και μαχητή, και εύχομαι να ζήσουν οι απόγονοι για να θυμούνται και να τον τιμούν ανάλογα.

Ήταν ένα ευχάριστο, χρήσιμο και υπέροχο πρωινό του Μάη του 1974 που γνώρισα το Κούνιο, το φίλο της φωτογραφίας, και πώς να ξεχάσω;

 

Ιωάννης Γλυνός

Συνταξιούχος φωτογράφος

17/04/2026

2η θεώρηση: 18/04/2026