Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ο κύριος Χάιντς Ντάριο Κούνιο έφυγε...

                         Αναμνήσεις από το κύριο Κούνιο…

Έχω υπηρετήσει ως φωτογράφος στην ΕΑ (σειρά 5η 70) και έχω απολυθεί αρχές του 1973.

Είναι άνοιξη, Μάιος του 1974. Έγινα 26 ετών τότε τον Ιούνιο, στη Θες/νίκη. Ένας «απλός» υπάλληλος φωτογραφείου ήμουν (κατά το ΙΚΑ), με μισθό 4.500 δραχμές/μήνα. Ήδη φωτογραφίζαμε εδώ και μια εβδομάδα τα Βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης, τοιχογραφίες, εκκλησίες κλπ.

Φορητή φωτογραφική μηχανή δεν άφησε το αφεντικό να έχω μαζί, έτσι όλα όσα έβλεπα στη παλιά πόλη στα μικρά βραδινά διαλύματα, με έκαναν να θέλω διακαώς να πάρω φωτογραφίες, αλλά πως; Πότε; Με τι;

Όταν τελειώσαμε τις στατικές λήψεις με τη μηχανή στούντιο, μετά από ένα μήνα σχεδόν χωρίς ωράριο κλπ «αηδίες», έπρεπε να μαζέψουμε τα πάντα και να επιστρέψουμε στην Αθήνα. Κατάφερα το αφεντικό να με αφήσει να μείνω δυο ημέρες χωρίς επίβλεψη για να δω χαλαρά τη πόλη, που τότε αντιστεκότανε στον εκσυγχρονισμό της.

Βρήκα ένα «μαγαζί» με φωτογραφικά, μπήκα και…

Εδώ όμως αρχίζει μια ενδιαφέρουσα ιστορία που θυμήθηκα απόψε 17 Απριλίου 2026 διαβάζοντας μια δυσάρεστη είδηση στα νέα.

Πίσω λοιπόν στο 74. Ήταν πρωί στην οδό Κομνηνών, η επιγραφή στο μαγαζί έγραφε: φωτογραφικά Κούνιο.

Και κόκκινη κλωστή δεμένη….

Ένας λεπτός, μάλλον ψηλός άνδρας με ευγενικά χαρακτηριστικά, με θλιμμένο χαμόγελο και έξυπνο αλλά πονεμένο πρόσωπο, με ρώτησε τι θα ήθελα.

Τι θα μπορούσα να θέλω;

Τι άλλο να ήθελα, του είπα, από μια φορητή οικονομική φωτογραφική μηχανή, καθώς δεν είχα πάρει μαζί μου μηχανή.

Ήθελα και μερικά φιλμ ασπρόμαυρα για να πάρω φωτογραφίες από τα παλιά απομεινάρια της πόλης που έφευγε.

Έλαμψαν τα μάτια του! Πιάσαμε μια φιλική-ζεστή-ανθρώπινη κουβέντα, γεμάτη φωτογραφία…

Με ρωτούσε με ενδιαφέρον για όλα σχεδόν (που έχω γεννηθεί, που μένω, τι εργασία έκανε ο πατέρας μου, γιατί δεν την ακολούθησα κλπ).

Με ρώτησε πως άρχισα με τη φωτογραφία, αν είχα εργαστήριο, τι μηχανές είχα κλπ. Ερώτησε τι ήξερα, πως τα έμαθα, αν είχα κάνει σπουδές κλπ.

Τότε δεν μου πέρασε από το μυαλό πως και γιατί είχαμε τόσο άμεση και καλή επικοινωνία, δεν γνωριζόμαστε από παλιά, δεν τον ήξερα!  Τον γνώρισα ως όνομα (Κούνιο) μόνο από τους άλλους συνάδελφους φωτογράφους αρκετό καιρό μετά, το 1975 ή 1976. Και τότε έμαθα πως ήταν Εβραίος και πολύ καλός έμπορος! 

Και λοιπόν; είχα σκεφτεί, ο άνθρωπος ήταν διαμάντι!

Στο μεταξύ, χωρίς να σταματήσει να μιλά, έσκυψε κάτω από το πάγκο και έβγαλε ένα κιβώτιο μεγάλο, χάρτινο, το έβαλε κλειστό στο πάγκο και συνέχισε να με ρωτάει αν έχω μηχανή ή μηχανές, τι μηχανή προτιμώ,, τι θέματα μου αρέσουν κλπ πληροφορίες δηλαδή που ανταλλάσσουν οι φωτογράφοι.

Άνοιξε το πραγματικά μαγικό κουτί, και έβγαλε κάτι σκούρα «πράγματα» που μύριζαν συντηρητικό λάδι προστασίας, και ήταν τυλιγμένα σε φίνο λαδόχαρτο.

Άνοιξε ένα «πράγμα» και αποκαλύφτηκε μια παλιάς σχεδίασης φορητή φωτογραφική με πτυσσόμενο θάλαμο- φυσούνα , αλλά εντελώς καινούρια, αχρησιμοποίητη, άπιαστη! Απομεινάρι άλλης εποχής ποιος ξέρει από ποιο έμπορο, ή κατασκευαστή.

Μου είπε σεμνά πως του έχουν απομείνει αρκετές και θα μου έδινε αυτή, η κάποια άλλη αν ήθελα σε τιμή δώρο, και να μην στενοχωριέμαι!

Έτσι, με «επέλεξε» μέσα από το σωρό, μια μαυρούλα zeiss 6Χ9 με φακό Scheider-Kreuznach 105mm f/3.5, εντελώς χειροκίνητη εννοείται. Και πόσο μου ζήτησε; 150 δραχμές! Μόνο.

 Σκέφτηκα, να είχα χρήματα θα τις αγόραζα όλες και όχι για εμπόριο! Αλλά δεν είχα. Ήθελα και μερικά φιλμ. Το μοντέλο αυτό «έκαιγε» φιλμ νο 120, και έβγαζε μέχρι 10 φωτογραφίες σε κάθε φιλμ, αν ήξερες τα βασικά για το φως και την έκθεση. Και φυσικά αν ήσουνα συγκεντρωμένος.

Ο κύριος Κούνιο, (για το πρόσφατα συγχωρεμένο σας ομιλώ 16 ή 17 Απρίλη 2026),  μου είπε πως λογικά θα χρειαστώ το λιγότερο 10-15 φιλμ 21 Din για το φως της εποχής (Μάιος προς Ιούνιο). Και πολύ σωστά πρόβλεψε από όσα του είπα! Έτσι πήρα και 15 φιλμ Perutz 6Χ9 νο 120 ασπρόμαυρα και «πλήρωσα» 300 δραχμές για όλα! Μόνο τα φιλμ έκαναν τότε 7 δραχμές το ένα (αν θυμάμαι). Μου βρήκε και ένα μικρό κίτρινο φίλτρο για το φακό της, δώρο και αυτό.

Οι φωτογραφίες που πήρα χάρη σε αυτή τη φωτογραφική ήταν όλες εξαιρετικές σε τονικότητα και ευκρίνεια χάρη στο φακό και τη μεγάλη επιφάνεια του πλαισίου 6Χ9 εκατοστών.

Την έχω ακόμη, τη βλέπω και θυμάμαι το λεβέντη άνθρωπο, τον Έλληνα, το πωλητή, τον άριστο στην επικοινωνία, φίλο των φωτογράφων και της φωτογραφίας, που μέχρι τότε δεν γνώριζα. Δεν ήξερα τότε τι είχε περάσει στα γερμανικά στρατόπεδα, ούτε για το βιβλίο του, ούτε για τον αριθμό που του είχανε δώσει οι Nazi. Έμαθα λίγο μετά, στην Αθήνα του 1975,  πως είχε δωρίσει μια φωτογραφική μηχανή reflex Asahi Pentax 35 mm ως έπαθλο σε Ελληνικό διαγωνισμό φωτογραφίας.

Σήμερα λοιπόν, απόψε, 17/04/2026 θυμήθηκα πως το 1943 σε ηλικία 13 ετών είχανε πάρει όλους τους Φρανκ (Γερμανούς Εβραίους που είχαν κρυφτεί στη σοφίτα) την Άννα Φράνκ τον ανήλικο «φόβο και τρόμο του Γ’ Ράιχ», τον Πέτερ, και τη Μαργκό την αδελφή της δυο χρόνια μεγαλύτερη. 

Το νεαρό τότε  Σαλβατόρ, ή Ντάριο Κούνιο (κατά τα δημοσιεύματα σήμερα), τον πήραν και αυτόν 15 ετών το 1943 οι ΝΑΖΙ, και του έδωσαν τον αριθμό 109565.

Ήταν τα παιδιά τεράστια απειλή για το Γ' Ράιχ!

Ενός λεπτού σιγή παρακαλώ, καθώς αυτά είναι 4 μόνο από τα ονόματα παιδιών που γνωρίζω σήμερα διαβάζοντας το ημερολόγιο και τα "νέα" για τη ζωή του.

 Πήρανε όμως και τους περισσότερους Έλληνες Εβραίους (το θρήσκευμα) της Θεσσαλονίκης. Τους πήρανε οι ΝΑΖΙ για «διακοπές» και τη τελική λύση του 1945.

Επέστρεψαν ελάχιστοι από τους κοντά 45.000, κατά άλλους 50.000, τους στοίβαξαν στα τρένα θανάτου μέχρι να φτάσουν, όσοι έφτασαν στα στρατόπεδα. Εκεί πέρασαν από βάσανα, βαριές δοκιμασίες, πορείες θανάτου, ελάχιστη τροφή, αρρώστιες, και στο τέλος; δεν γλύτωσαν τους θαλάμους αερίων! Επέζησαν ελάχιστοι Έλληνες, Εβραίοι το θρήσκευμα, τα επόμενα έτη, σακατεμένοι ψυχολογικά, και βιολογικά, ως ζωντανοί σκελετοί.

Ας είναι λοιπόν συγχωρεμένα και στο Παράδεισο, όλα τα θύματα της τρέλας αυτής και να μη τους ξεχνάμε.

Ψάχνοντας πληροφορίες για τη ζωή του κύριου Κούνιο, βρήκα πως ήταν και αυτός δίδυμος, όπως και εγώ, και η Άννα Φ, έτσι κατανοώ σήμερα το πώς και γιατί πιάσαμε τόσο εύκολα συζήτηση για τη φωτογραφία, γιατί πρόβλεψε τις ανάγκες μου και δεν τις εκμεταλλεύτηκε. Είχε "ανοιχτό μυαλό"!

Ταινίες, βιβλία, ιστορικά κείμενα που έχω συλλέξει για τη τραγική ζωή των ανθρώπων κάθε ηλικίας που κατάληξαν στα στρατόπεδα, με έκαναν να επιλέξω και το βιβλίο –ντοκουμέντο του θαυμάσιου αυτού κύριου που γνώρισα τότε, ένα βιβλίο που το περιμένω σε λίγες ημέρες.» Έζησα το θάνατο, αριθμός 109565.

Αυτός ο αριθμός, μου  έφερε στη μνήμη ένα άλλο μπράτσο με αριθμό ενός άξιου γιατρού ακτινολόγου (Χ.Π.) που μου το έδειξε πριν πολλά χρόνια με υπερηφάνεια αλλά και θλίψη καθώς ήταν και αυτός επιζών της κόλασης. Σουβενίρ της νιότης του ήταν το νούμερο!

Από νωρίς, (ήμουν 16 ετών όταν διάβασα το ημερολόγιο της Άννας Φ) έμαθα τα βασικά για τους Εβραίους. Από τη πολλαπλή ανάγνωση των διάφορων εκδόσεων του ημερολογίου, κατάληξα πως με ενδιαφέρει η συγγραφή και ανάγνωση μόνο ανάλογων ιστορικών κειμένων και ντοκουμέντων και όχι η δημιουργική γραφή.

Ας είναι λοιπόν ελαφριά η γη που δέχτηκε το βασανισμένο σώμα του άξιου αυτού άνθρωπου και μαχητή, και εύχομαι να ζήσουν οι απόγονοι για να θυμούνται και να τον τιμούν ανάλογα.

Ήταν ένα ευχάριστο, χρήσιμο και υπέροχο πρωινό του Μάη του 1974 που γνώρισα το Κούνιο, το φίλο της φωτογραφίας, και πώς να ξεχάσω; Τώρα που τελείωσα και το βιβλίο του: ¨έζησα το θάνατο", που το απόκτησα πρόσφατα διαβάζοντας αργά κάθε βράδυ. Και έφτασα στην ημέρα απελευθέρωσής του την 6η Μάη του 1945 ακριβώς την 6η Μάη του 2026 , εντελώς κατά σύμπτωση. 

Αυτό το βιβλίο είναι ακόμη ένα ντοκουμέντο με πληροφορίες που διασταυρώνονται και επαληθεύονται με άλλα ανάλογα "πονήματα" της περιόδου που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε. Μπορεί να μην έχει η γραφή του Κούνιο τη νεανική φρεσκάδα του ημερολογίου της Άννας, ούτε τη ευαισθησία του Μαουτχάουζεν του Καμπανέλη, αλλά είναι μια κατάθεση ψυχής ενός νεαρού τότε, και ενός ανθρώπου που κατάφερε και επέζησε ίσως και από τύχη...για να γράψει αυτό το ντοκουμέντο πριν από αρκετά χρόνια το οποίο δεν είναι Ai, μηδέ δημιουργική γραφή. 

Ιωάννης Γλυνός

Συνταξιούχος φωτογράφος

17/04/2026

3η θεώρηση: 19/04/2026

4η θεώρηση 10/05/2026

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Ψηφιακή Φωτογραφία, αρχίζοντας από το μηδέν

                         Φωτογραφική αισθητική

Οι φωτογραφίες και τα κείμενα είναι δική μου  πνευματική ιδιοκτησία, η Google χρησιμοποιεί cookies, όχι εγώ και δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να σας ζητήσω κάτι. Μπορείτε να κρατήσετε ότι σας αρέσει για προσωπική χρήση, όχι να το παρουσιάσετε ως δικό σας. Όλα μου τα blog φιλοξενούνται εδώ και αρκετά χρόνια από τη Google χωρίς αμοιβή, η κάποιο κέρδος και ευχαριστώ.

 Στην εποχή μας, το σωτήριο έτος 2003 (* τώρα αναθεωρώ -γράφω Απρίλιο του 2026), όπου και να γυρίσουμε το βλέμμα θα δούμε φωτογραφίες και εικόνες (περιοδικά, αφίσες, διαφημίσεις, τηλεόραση, κινηματογράφος κλπ).

 TESTING INFRARED FILTER

Οι εικόνες, είναι είτε φωτογραφίες που έχουν υποστεί τόση επεξεργασία, που περισσότερο παραπέμπουν σε ζωγραφική κάποιας τεχνοτροπίας, είτε είναι ζωγραφικοί πίνακες, καθαρά προϊόντα του πνεύματος που οδηγεί το χέρι.

Τέλος, είναι οι «απλές - φυσικές - γνήσιες φωτογραφίες», που κακώς ονομάζουμε εικόνες (imaging) εφόσον εδώ και αρκετά χρόνια απώθησαν-απάλλαξαν τη ζωγραφική από την φωτογραφική απεικόνιση και την οδήγησαν σε καινούρια μονοπάτια τεχνοτροπίας και δημιουργίας.

Οι απλές φυσικές φωτογραφίες, είναι αυτές που μπορεί να πάρει ο καθένας εύκολα, χωρίς μακροχρόνιες σπουδές, γι αυτό και η φωτογραφία παρουσιάζει τεράστιο δημιουργικό ενδιαφέρον για τον απλό κόσμο.

Οι φωτογραφίες, είναι προϊόντα μιας συσκευής, της φωτογραφικής, που η λειτουργίας της διέπεται από ένα πρόγραμμα, το οποίο οδηγεί τόσο τη μηχανή, όσο και τον άνθρωπο στο πως να καταγράψει οπτικά αποσπάσματα του χώρου και του χρόνου που μας περιβάλλει. Είναι δηλαδή η φωτογραφική μια μηχανή κατασκευασμένη και προγραμματισμένη να παίρνει φωτογραφίες στα χέρια του ανθρώπου. Μιλάμε λοιπόν αρχικά για φωτογραφική καταγραφή χωρίς επεμβάσεις στη δομή της φωτογραφίας (κοκκώδες).

Η φωτογραφία, είναι το πρωτογενές «υλικό» που βγαίνει ευθύς εξ αρχής από την φωτογραφική μηχανή και την εκτυπωτική, και όχι αυτό που θα προκύψει μετά από «δημιουργικές» φωτοχημικές επεμβάσεις-επεξεργασίες (πχ σέπια τονισμός, υψηλό κοντράστ, αναστροφή κλπ) με κάποιο λογισμικό αν είναι ψηφιακή φωτογραφία.

Όσο για την παλιά τέχνη του ρετούς επάνω στο φιλμ και το φωτογραφικό χαρτί, είναι κάτι που έχει ξεχασθεί εδώ και καιρό, αλλά εδώ υπάρχει έντονη εικονική και ζωγραφική επέμβαση από τον ειδικό φωτογράφο, ή ζωγράφο. Στην προσπάθειά μας να δώσουμε μεγαλύτερη αξία στην φωτογραφία από αυτήν που πραγματικά έχει στην αρχική της μορφή, επινοούμε τεχνικές εκτύπωσης, εφέ, δημιουργικές παρεμβάσεις στην δομή του φιλμ, ή του χαρτιού, που πολλές φορές καταλήγουν σε κάτι που δεν μπορεί να επαναληφθεί, γιατί ίσως ξεχάσαμε και τη διαδοχή των επεμβάσεων… Γενικεύοντας τώρα, μπορούμε να πούμε και αυτά τα αποτελέσματα φωτογραφίες; Τίθεται ένα τεράστιο θέμα εδώ γιατί ένα βασικό χαρακτηριστικό της φωτογραφίας είναι και η εύκολη αναπαραγωγή της.

Μια για πάντα, η μαγεία της φωτογραφίας είναι η ευκολία της και η φθηνή-ταπεινή της καταγωγή. Δεν πρέπει λοιπόν να προσπαθούμε να κάνουμε τις φωτογραφίες μας να μοιάζουν με κάτι άλλο. Αν για παράδειγμα, μου παραγγείλετε να έρθω να σας φωτογραφίσω για μια καλλιτεχνική φωτογραφία (εβδομαδιαία τη λέγανε τον παλιό καιρό), και εγώ σας δώσω μετά τη φωτογράφηση μια εκτύπωση από ένα εσκεμμένα-δημιουργικά γδαρμένο αρνητικό με κάθε είδους επεμβάσεις, όχι πέστε μου είστε έτοιμοι να το πληρώσετε και να το δεχθείτε. Ωστόσο, ενδέχεται να είναι αυτό το αποτέλεσμα άξιο ανάρτησης σε έκθεση και ικανό να αποσπάσει βραβείο , ή υψηλή τιμή πώλησης, η αγοράς. Τα έχω δει όλα.

 Οι φωτογραφίες, είναι υποκατάστατα της ορατής πραγματικότητας, και όχι η ίδια η πραγματικότητα, αυτό είναι κατανοητό και όλοι εμείς «οι κοινοί θνητοί» περιμένουμε από μια φωτογραφία που σέβεται τον εαυτό της, να μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο με την πραγματικότητα. Θα ήθελα η φωτογραφία μου να μου μοιάζει δηλαδή. Αυτό είναι νομίζω σαφές και ξεκάθαρο όπως το καθαρό-κρυστάλλινο νερό. Αυτό κάνει λοιπόν το πρόγραμμα της φωτογραφικής μηχανής που γίνεται από τον άνθρωπο, έμμεσα όμως επηρεάζει-προγραμματίζει τον άνθρωπο στο πως θα λειτουργήσει φωτογραφικά και είναι στο χέρι του να προσπαθήσει να κάνει κάθε είδους υπέρβαση που θα τον οδηγήσει ακόμη και σε μια φωτογραφία που να θυμίζει όσο γίνεται λιγότερο την ορατή πραγματικότητα, αρκεί αυτό να γίνει πρωτογενώς και να μην χαθεί κάθε σχέση με το « ορατό και πραγματικό». Το αν εμείς αντιληφθούμε αυτή την υπέρβαση του φωτογράφου, είναι θέμα φωτογραφικής παιδείας γιατί η πραγματικότητα του φωτογράφου είναι διαφορετική από την δική μας που δεν είμαστε μπροστά την στιγμή της όποιας φωτογραφικής του δημιουργίας. Ο φωτογράφος επομένως είναι απαραίτητος για τη λήψη της δημιουργικής φωτογραφίας. Χωρίς τον άνθρωπο, όταν έχουμε απουσία χειρισμού, ή τηλεχειρισμού, η μηχανή δεν μπορεί να κάνει κάτι, πέρα ίσως από μια προγραμματισμένη αυτόματη φωτογράφηση χωρίς την ανθρώπινη επιλογή της στιγμής , ή, του κάδρου. Τι είναι όμως μια δημιουργική φωτογραφία; Τι είναι αυτό που την ξεχωρίζει από μια φωτογραφία του σωρού; που θα της δώσει αυτονομία και αθανασία?

Χρειάζεται αρκετή γνώση της αισθητικής και της φωτογραφικής ιστορίας για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό. Όμως εγώ θα έλεγα πως αν βλέποντας μια φωτογραφία, μας δίνει χαρά, ευχαρίστηση, ηθική ικανοποίηση, αισθητική απόλαυση, προβληματισμό, μια βαθύτερη μελαγχολική αίσθηση πως τελικά όλα είναι χάος αλλά ευτυχώς και είναι έτσι, πως τελικά υπάρχει ομορφιά μέσα στην ασχήμια, καλό μέσα στο κακό, πως η ζωή είναι παράλογη αλλά ευτυχώς είμαστε ζωντανοί, ε, τότε δεν μπορεί, αυτή η φωτογραφία κάτι έχει που την κάνει δημιουργική.

Δημιουργική είναι η φωτογραφία που αφήνει να εννοηθούν πολλά χωρίς να λέει τίποτα, είναι η φωτογραφία που όσο την κοιτάζεις ανακαλύπτεις κάτι νέο που όμως ήταν εκεί μπροστά σου αλλά εσύ δεν το έβλεπες. Λίγες φωτογραφίες περνάνε αυτή την δοκιμασία, όμως είναι αυτές που μας κάνουν να θέλουμε να πάρουμε την δική μας φωτογραφική και να πάρουμε φωτογραφίες. Όλοι οι φωτογράφοι γνωρίζουμε πως οτιδήποτε αλλοιώνει τη πιστή-φυσική καταγραφή μετά τη φωτογράφηση, μετατρέπει αυτόματα την φωτογραφία σε τεχνική εικόνα.

Ο καθένας μας μπορεί να αποφασίσει τι είδους εικόνες του αρέσουν, φωτογραφικές, ή, ζωγραφικές, ασπρόμαυρες, ή έγχρωμες, ποιητικές-καλλιτεχνικές, ή,  επιτυχημένες-εμπορικές. Η κλασσική, χρυσή εποχή της φωτογραφίας έμεινε ως η εποχή της πραγματικής –φυσικής φωτογραφίας χωρίς ανθρώπινες επεμβάσεις (strait photography) μετά τη λήψη της φωτογραφίας, όσο για τις φωτογραφικές μηχανές της εποχής εκείνης ήταν εργαλεία «πρωτόγονα», απλά, και γι αυτό απαιτούσαν μεγαλύτερη συμμετοχή τεχνική και αισθητική καλλιέργεια για να αποδώσουν κάτι άξιο λόγου, ένα φωτογραφικό έργο τέχνης.

Σήμερα έχουμε τεράστιο πρόβλημα με τις λέξεις και τις έννοιες, η σύγχυση είναι εύκολη και αν προσέξουμε θα δούμε πως λέξεις με μεγάλο φορτίο, όπως είναι: «τέχνη», «ελευθερία», «δικαιοσύνη», «όμορφο», δημιουργικό» κλπ είναι αυτές που ο καθένας τους δίνει αυθαίρετα όποια τιμή θέλει λες και είναι μαθηματικές μεταβλητές. Όμως, οι λέξεις ως υποκατάστατα εννοιών, θα πρέπει να δηλώνουν κάτι συγκεκριμένο, διαφορετικά η Βαβέλ είναι το αμέσως επόμενο βήμα. Έτσι λοιπόν, οι ψηφιακές φωτογραφίες και οι ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, με το ελαχιστοποιημένο κόστος ανά λήψη, οδηγούν μαθηματικά σε μια περαιτέρω αύξηση των φωτογραφιών και των εικόνων πράγμα που οδηγεί στην ανάγκη για μια γλώσσα της φωτογραφίας και της εικόνας. Η ανάγκη αυτή γίνεται επιτακτική σήμερα διότι ο λόγος υποσκελίζεται από τις εικόνες και τις φωτογραφίες που είναι περισσότερο περιεκτικές σε νόημα από χίλιες λέξεις, λένε. Βεβαίως, χίλιες και περισσότερες λέξεις δεν θα  μας δώσουν μια φωτογραφία  αλλά ίσως μια θολή-ονειρική εικόνα που ο καθένας θα την δει με άλλο τρόπο. Εδώ πρόκειται για εντελώς δυο διαφορετικές έννοιες, δηλαδή λόγος - φωτογραφία.

Για τον ερασιτέχνη φωτογράφο, που θα αποκτήσει μια μικρή ψηφιακή κόμπακτ, όλα αυτά στην αρχή ίσως είναι «ψιλά γράμματα», σύντομα όμως, θα γίνει και αυτός ένας άνθρωπος homo photographicus, οπότε ανάλογα με την φωτογραφική που έχει επιλέξει, θα μπορεί μέσω του προγράμματός της να χειρισθεί την φωτογραφική καλύτερα, ή, ατελέστερα. Θα μπορεί να συλλαβίσει, να μιλήσει, να τραυλίσει, να απαγγείλει, να ουρλιάξει, ή να μουγκρίσει! Πως είναι δυνατόν η ψηφιακή φωτογραφική να επηρεάσει την φωτογραφική γλώσσα; Πολύ απλά με την ευκολία φωτογράφησης που προσφέρει στον καθένα, με την όποια ακρίβεια ελέγχου, με τις δυνατότητες του φακού, την χρωματική απόδοση και όλα εκείνα τα τεχνικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την τιμή της και το πρόγραμμα φωτογράφησης. Πρόγραμμα επομένως δεν είναι μόνο το λειτουργικό της έκθεσης και της εστίασης, αλλά και οι δρόμοι που ανοίγονται στον φωτογράφο προκειμένου να προσεγγίσει το θέμα που θέλει να φωτογραφήσει. Για να μην υπάρχουν ασάφειες, λέω ότι μόνο με μια φωτογραφική μηχανή μπορούμε να πάρουμε φωτογραφίες και αυτό είναι θέμα προγραμματισμού της συσκευής. Αλλά πρόγραμμα είναι και το πώς θα τις πάρουμε (στοιχεία έκθεσης, υπολογισμοί κλπ), κράτημα, σκόπευση, ακρίβεια κάδρου, απόκριση κλείστρου, εκτύπωση και χρήση των φωτογραφιών, κλπ.

Γενικότερα, με την απόκτηση μιας φωτογραφικής μηχανής, ο φωτογράφος εισέρχεται σε ένα κόσμο σκιών και φωτός όπου απουσιάζει ο προφορικός, ή γραπτός λόγος, μαθαίνει να βλέπει, να παρατηρεί τις λεπτομέρειες, να στέκεται σε αυτά που έχουν αισθητική αξία, αυτά που ο έμπειρος χειριστής της φωτογραφικής γλώσσας προσπαθεί να εξηγήσει σε εμάς τους άλλους δείχνοντας επιλογές θεμάτων. Να μας δείξει δηλαδή, «τι είδε». Έτσι θα πρέπει να ορίσουμε ίσως εκ νέου τι είναι φωτογραφία, τι αναμνηστική φωτογραφία, τι είναι μια ωραία φωτογραφία, τι είναι μια καλλιτεχνική φωτογραφία, ίσως και τι είναι τελικά τέχνη. Γιατί δεν μπορεί, κάτι πρέπει να είναι στραβό όταν η διαφήμιση σου λέει ότι «αυτό είναι τέχνη» και σου πουλάει έπιπλα, ή κοσμήματα κλπ. Άλλο τέχνη επομένως και άλλο εμπορικό κέρδος. Οι άνθρωποι θέλουμε η τέχνη μας να υπερισχύσει της ύλης και να καταστεί άφθαρτη, για το λόγο αυτό χρησιμοποιούμε υλικά που αντέχουν στο πέρασμα του χρόνου. Σχεδιάζουμε με φυσικά χρώματα, σκαλίζουμε και γυαλίζουμε πέτρες και μέταλλα, γράφουμε εικόνες στον αισθητήρα και θέλουμε να μείνουν έτσι για πάντα και να εκπέμπουν ίσως και ένα μήνυμα. Επομένως μια κρεβατοκάμαρα, ένας καναπές, ένα ψυγείο, ακόμη και ένα όπλο θανάτου μπορεί να έχουν σχεδιασθεί ώστε να είναι όμορφα και καλαίσθητα. Αν όμως επιμένουμε να λέμε πως αυτό είναι τέχνη, τότε αλίμονο…

Έτσι τα πράγματα καταλήγουν στην Βαβέλ πολύ γρήγορα. Σήμερα η κοινωνία μας είναι χρηστική, δεν ανέχεται και δεν μπορεί να πληρώσει κάτι όμορφο και άχρηστο που είναι τα βασικά συστατικά της τέχνης, εκτός και αν υπάρχει και κάποιο υλικό περιτύλιγμα (υπογραφή ενός μεγάλου σχεδιαστή σε ένα ρούχο, ή ένα αυτοκίνητο). Έτσι κάθε φωτογράφος με μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή στο χέρι, θα πρέπει να καταλάβει πως αν του αρέσει κάτι που βλέπει και θέλει να το φωτογραφήσει, πρέπει να το φωτογραφήσει σαφώς, θα έλεγα και άμεσα. Όμως αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη τέχνη γιατί η τέχνη είναι μεν προσωπική υπόθεση, αλλά πρέπει και να επικοινωνεί μέσω αυτής με τους συνανθρώπους μας, αν όχι με πολλούς, έστω και με έναν. Αν κάποιος θελήσει επίσης να πάρει μια αναμνηστική φωτογραφία, αυτή δεν θα είναι αναγκαστικά αναμνηστική και για εμάς και ενδεχόμενα να μην μας συγκινήσει καθόλου, διότι εδώ μπαίνει το προσωπικό στη μέση και ευτυχώς έχουμε άποψη και δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Έχω άποψη, σημαίνει να μου αρέσει κάτι κι ας μην μπορώ να το εξηγήσω. Θέμα αισθητικής παιδείας.  

Όμως αν κάτι δεν μου αρέσει, δεν σημαίνει πως αυτό δεν είναι όμορφο, έστω και πάλι αν δεν μπορώ να το εξηγήσω. Αν παίρνοντας μια αναμνηστική φωτογραφία, οδηγώ και κάπου αλλού το μυαλό του θεατή, αναμοχλεύω μνήμες και δαιμόνια και τελώνια απωθημένα, τότε αυτή η φωτογραφία ξεπερνάει ενδεχόμενα την απλή καταγραφή της ορατής πραγματικότητας και ίσως και κάποιος άλλος λάβει το SMS, διαφοροποιημένο όμως ανάλογα με την ποιότητα της ψυχής του. Γιατί η δημιουργική φωτογραφία, ποτέ δεν δίνει το ίδιο ακριβώς μήνυμα σε όλους τους αποδέκτες. Αυτό είναι ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της.

Η φωτογραφία ως τέχνη, έχει ίσως σχέση με την τέχνη της εικόνας, αλλά έχει και ένα τεράστιο πρόβλημα καθώς η αντιγραφή της φύσης δεν είναι τέχνη σύμφωνα με τις ακαδημαϊκές προδιαγραφές της ζωγραφικής. Πηγάζει όμως από την ορατή πραγματικότητα και χωρίς αυτήν δεν υπάρχει φωτογραφία. Έτσι είναι μεν όμορφη η φύση και το περιβάλλον, αλλά αυτό δεν αρκεί για να μας δώσει μια καλλιτεχνική φωτογραφία, αλλά θα μας δώσει τη φωτογραφία της όμορφης φύσης, αν έχει και το καλό φωτισμό κλπ.

Εκτός αυτού, είναι τόσο εύκολη η λήψη μιας φωτογραφίας με τις σύγχρονες ψηφιακές φωτογραφικές, που αν ο καθένας  μας μπορεί να πάρει μια σωστή φωτογραφία από αυτό που βλέπει, τότε δεν υπάρχει το μοναδικό και ανεπανάληπτο της τέχνης. Ωστόσο είναι χωρίς αμφιβολία μια πολύ ισχυρή αναβάθμιση της γενικότερης αισθητικής του απλού κόσμου. Οι ερασιτεχνικές φωτογραφίες σε τούτο ξεχωρίζουν από τις φωτογραφίες των μεγάλων φωτογράφων, είναι ίσως άψογες από τεχνική άποψη λόγο της προόδου της φωτογραφικής μηχανής και της εξέλιξης των προγραμμάτων, αλλά λόγο ελλιπούς αισθητικής φωτογραφικής παιδείας και υπέρ-προσφοράς δεν μπορούν να περάσουν όλες στην ιστορία.

Ωστόσο οι φωτογραφίες δίνουν χαρά και ικανοποίηση στον ερασιτέχνη και αυτό είναι κάτι που μόνο η φωτογραφική μηχανή μπορεί να κάνει ως έξυπνη συσκευή που δεν αναπαράγει την τέχνη των άλλων όπως το CD, ή το DVD, αλλά βοηθάει τον άνθρωπο στο να δημιουργήσει ο ίδιος τις δικές του εικόνες, τις δικές του φωτογραφίες, να καταγράψει και να συλλέξει τις δικές του οπτικές μνήμες.

Μπορούμε να έχουμε όμορφες δικές μας φωτογραφίες;



Βεβαίως και γίνεται. Ακόμη και σκόπιμα κουνημένες , η θολές (λάθος εστίασης), σκοτεινές κλπ μπορεί να έχουν αισθητικό και καλλιτεχνικό  ενδιαφέρον, και το έχω δει.

Είναι στο χέρι μας να γίνουμε δημιουργοί, να προσπαθήσουμε έστω. Η φωτογραφική μηχανή σε συνδυασμό με την προσωπική μας ματιά, άσχετα από τα προγράμματα και τις τεχνικές είναι βολική και μας περιμένει.

Όλο που χρειάζεται είναι να αρπάξουμε την ευκαιρία για να δημιουργήσουμε. Αρχικά οι φωτογραφίες μας ας είναι όμορφες λήψεις από την φύση που αποτελεί μεγάλη και δωρεάν πυγή έμπνευσης. Ο ήλιος, το φως και η σκιά είναι φίλος του φωτογράφου, αρκεί να μην είναι μόνιμα σε όλες τις φωτογραφίες πίσω, ή, από πάνω από το κεφάλι του. Μπορεί οι φωτογραφίες να μοιάζουν και με ζωγραφική;  δεν πειράζει, είναι και αυτό μέσα στην αισθητική εξέλιξη του φωτογράφου. Όταν καταλάβουμε ότι τα μάθαμε και τα είδαμε όλα και αυτό δεν μας οδηγεί πλέον πουθενά γιατί η φωτογραφία δεν είναι ασφαλώς ζωγραφική, τότε θα πρέπει να βρούμε στην συνέχεια τα δύσκολα και τα βαθύτερα. Χρειάζεται αναγκαστικά η γνώση της ιστορίας της φωτογραφίας διότι πριν από εμάς έχουν υπάρξει φωτογράφοι που πέρασαν αυτά τα στάδια και άφησαν μια σκάλα που πρέπει να την ανέβουμε έστω κατά ένα σκαλί. Μια σύγκριση οποιασδήποτε φωτογραφίας μας με όσες παρόμοιες αξιόλογες έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα, θα μας βγάλει από το αγωνιώδες ερώτημα και την αμφιβολία για το αν είμαστε σε σωστό δρόμο. Αυτό που πρέπει κάθε φωτογράφος να κατανοήσει, είναι πως η φωτογραφική μηχανή πέρα από το εξυπνότερο και δημιουργικότερο εργαλείο, είναι και ένα μέσο για να εξασκούμε την μνήμη μας.

Πως θα καταλάβουμε αν πρέπει να φωτογραφήσουμε ένα θέμα;

Κάθε αξιόλογη φωτογραφία ξεκινάει από την στιγμή που είμαστε σε θέση να την αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει και βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Πως θα γίνει κάτι τέτοιο; Μα, με την ταχύτατη σύγκριση αυτού που βλέπουμε με ότι έχουμε «καταχωρημένο» στη δική μας φωτογραφική βάση δεδομένων στο μυαλό μας. Άρα, όσες περισσότερες φωτογραφίες βλέπουμε και παίρνουμε, τόσο το καλύτερο. Όσες περισσότερες θυμόμαστε, τόσες περισσότερες αξιόλογες θα είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε. Και πιστέψτε με, είναι πάντα όλες μπροστά στα μάτια μας, αλλά στην αρχή δεν υποψιαζόμαστε πως υπάρχουν. Δεν τις βλέπουμε καν.

Φωτογραφίζω, σημαίνει μαθαίνω να βλέπω, επιτέλους.

Η αισθητική της φωτογραφίας σήμερα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι η εμπορική αισθητική της διαφήμισης. Ότι δεν πουλάει δεν είναι και άχρηστο. Δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη και άποψη για μια φωτογραφία κάποιος που δεν γνωρίζει τίποτα για τους προηγούμενους άξιους φωτογράφους, ή, ακόμη χειρότερα, αν δεν είναι ο ίδιος καλός φωτογράφος. Μπορούμε να πούμε αν μας αρέσει μια φωτογραφία, όμως πρέπει να είμαστε σε θέση να ονομάσουμε έστω ένα πλεονέκτημά της. Όσο για τις φωτογραφίες που δεν μας αρέσουν, ίσως αυτό συμβαίνει γιατί δεν τις κατανοούμε. Αν κάποιος διαφωνεί, δεν έχει παρά να κρεμάσει στο σπίτι του τη φωτογραφία μιας διαφήμισης, αντί μιας φωτογραφίας του A.C. Bresson, ή του Andre Kertesz

 

Γιάννης Γλυνός