Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Πίσω πάλι στο 1968, αναμνηστικό

 

Φωτογραφίες για πέταμα.

     αρχική σύνταξη κειμένου: Ιανουάριος 2015.

Για να μη ξεχνούμε όσους έχουν φύγει...

 


Ήταν θυμάμαι 1968. Το καλοκαίρι μείναμε με τη μικρή τότε  αδελφή μου στη Σίφνο με το παππού που ήταν συνταξιούχος ναυτικός και πάνω από 65 χρονών. Παππούς με τα όλα του! Ζούσε σε ένα παλιό σπίτι που η θάλασσα έγλυφε τα θεμέλια. Ο παππούς είχε μόνο τα βασικά: αέρα, ήλιο, θάλασσα, ψάρεμα, μαραγκοδουλειές. Όταν νύχτωνε, για να μαντεύουμε τις θέσεις των πραγμάτων και να μη σκουντουφλάμε μας άναβε μόνο μια «λάμπα θυέλλης». Πετρέλαιο αγόραζε σπάνια κι όποτε ανέβαινε στη πρωτεύουσα του νησιού. Για τις μετακινήσεις στα μονοπάτια είχε ένα γαϊδουράκι. Για τη θάλασσα είχε μια παλιά ξύλινη βάρκα. Για να πιούμε νερό που ήταν και γλυφό, το φέρναμε κάθε πρωί με πήλινη στάμνα από το πηγάδι, που για μας ήτανε πολύ μακριά τότε.

Στο σκαρί της βάρκας δεν ξεχώριζες τη πρύμνη από τη πλώρη πράγμα που σημαίνει πως με την ίδια ευκολία πήγαινε εμπρός –πίσω και μπορούσε να κρατηθεί μεσοπέλαγα μόνο με τα κουπιά. Μηχανή είχε, αλλά δεν είχε λεφτά ο παππούς για «μπενζίνα», άσε που έπρεπε να φέρει λίγη τη φορά με το πλοίο από το Πειραιά. Στο νησί επάνω κυκλοφορούσαν τότε μόνο ένα ταξί και ένα παλιό φορτηγό διασκευασμένο σε λεωφορείο. Κανένα όμως δεν ερχότανε στο ψαροχώρι αφού δρόμος δεν υπήρχε.

Υψηλή τεχνολογία… Αρχικά η βάρκα είχε κατάρτι και πανί. Νεώτερος ο παππούς ανοιγότανε, πήγαινε φτερό στον άνεμο στη Σέριφο, Μήλο, Αντίπαρο, Πάρο, Φολέγανδρο.  Τώρα (τότε δηλαδή το 69) πρόσεχε. Είχε φυλάξει το κατάρτι, κρεμούσε σε αυτό παραγάδια, δίχτυα, ότι περίσσευε για να μην το έχει στα πόδια του. Η βάρκα πορευότανε τώρα μόνο με τα βαριά ξύλινα κουπιά, τη δύναμη και το ρυθμό των χεριών. Θυμάμαι τις οδηγίες του.

-        «Τα κουπιά να τα βυθίζεις λοξά στο νερό, να μη κάνεις θόρυβο, να τραβάς προς τα πίσω πάντα με την ίδια δύναμη, ήρεμα και σταθερά. Να βρεις το ρυθμό σου, να μη κουράζεσαι. Να μη σταυρώνουν τα χέρια και τα κουπιά γιατί θα χτυπήσεις, πρόσεχε τα χέρια να μην κάνεις φούσκες. Πρόσεχε τους σκαρμούς μη χάσουμε τα κουπιά. Πήγαινε κοντά στα βράχια  όσο φτάνει το κουπί, να σε πηγαίνουν τα απόνερα».

Συμβούλευε ακούραστα. Κι άμα κουραζόμουνα, έπιανε το κουπί η βάρκα έκοβε το διπλό δρόμο και εγώ απορούσα.

Ο παππούς πήγαινε για ψάρεμα ανάλογα με τους καιρούς του Αιγαίου προς νότο μέχρι τη Χρυσοπυγή, ή βόρια, μέχρι το Νάπο (πριν το Κάστρο), αν επέτρεπε και το «μερτέμι» (μελτέμι). Ήξερε το βυθό και τα μυστικά της θάλασσας σαν το χέρι του, αλλά δεν εμπιστευότανε ποτέ. Με έμαθε να διαβάζω το καιρό, να μη σπαταλάω δύναμη, τροφή και νερό, να κρατάω το μέτρο, να προβλέπω το καιρό.

Συνήθως πρώτα ρίχναμε ένα δίχτυ «μανωμένο» περίπου εκατό μέτρων με μεσαία μάτια για γόπες και σαφρίδια (γουπόδυχτο) κάτω από το Σταυρό που ήτανε το πέρασμα των ψαριών. Τα κοπάδια ακολουθούσαν το ρεύμα προς Νότο. Ξεκινούσαμε πάντα από ένα βράχο που βάζαμε σημάδι. Έτσι θα μπορούσαμε να φτάσουμε την άκρη του διχτυού χωρίς να σπάσουμε τη βάρκα όταν θα νύχτωνε και δεν θα βλέπαμε. Αφήναμε το δίχτυ προς τα ανοιχτά. Στην άλλη άκρη δέναμε με μπόλικο σχοινί μια κολοκύθα –φλάσκα. Ήταν η σημαδούρα για να το βρούμε.

Στη συνέχεια, πηγαίναμε απέναντι στη Χρυσοπυγή. Στη μέσα μεριά έκοβε πάντα ο καιρός. Εκεί ρίχναμε το άλλο δίχτυ με μικρά μάτια ειδικό για αθερίνα. Δεν είχαμε δα κι άλλο. Τελειώσαμε.

Τα ψάρια  μετά τη δύση αποζητούσαν τα ήρεμα νερά. Μερικά μπλέκανε στα δίχτυα και κατέληγαν… στο τηγάνι.

Φεύγαμε από το λιμάνι, το Φάρο στις 3:30 το απόγευμα, τελειώναμε με το ρίξιμο των διχτυών γύρω στις 5. Παίρναμε μαζί μόνο νερό, και ένα μάλλινο για το βράδυ. Τότε δεν αλλάζαμε ώρα. Τη πρώτη φορά νευρίασα που μέσα στη ζέστη του Ιούλη κουβαλάγαμε και μάλλινα. Θέλαμε περίπου μία ώρα να επιστρέψουμε με τα κουπιά στο λιμάνι. Άλλη μια θέλαμε να πάμε πίσω να πάρουμε τα δίχτυα. Έτσι δέναμε τη βάρκα, βγαίναμε και καθόμαστε στην άκρη στο βράχο της Χρυσοπυγής σε ένα πέτρινο πάγκο, να περάσει η ώρα. Σπάνια βλέπαμε σκαρί στα ανοικτά. Καμιά φορά ερχότανε κόσμος να προσκυνήσει το θάμα της Παναγιάς που χώρισε το βράχο, να μην πατήσουν οι πειρατές το μοναστήρι. Δροσιά, μυρουδιές κι η θάλασσα που έσκαγε στα βράχια μας κράταγαν παρέα. Παρατηρούσαμε τις καλικατσούδες και τα απίστευτα μακροβούτια τους. Μας μιλούσε ο παππούς για ταξίδια και καλές ψαριές. Πέρναγε η ώρα, μακραίνανε οι σκιές, μέχρι που χανόντουσαν στο …σκοτάδι. Ήρεμα χρόνια!

Υπάρχουν ακόμη εκεί, στο πίσω μέρος της εκκλησίας προς το πέλαγος, η πεζούλα, θυμάρια, ρίγανες, «φασκομηγιές», καθαρό αλάτι, κάπαρη κι  ο καθρέφτης του ουρανού, το Αιγαίο. Έχεις την εντύπωση πως είσαι σε αβύθιστο καράβι καθώς η θάλασσα χορεύει κατά πως της παίζει ο άνεμος. Μεγαλείο! Πραγματικές διακοπές.

Η μηχανή του χρόνου. Τη χρονιά αυτή είχα μαζί μου μια μικρή ερασιτεχνική φωτογραφική, χειροκίνητη, μισού καρέ, με ευρυγώνιο φακό. Την έπαιρνα κάθε ημέρα μαζί όπου πηγαίναμε, και στο ψάρεμα. Αυτή η μηχανή είχε μισό καρέ στη θέση του πλαισίου 24Χ36. Σε μια κασέτα 36 στάσεων έγραφε72 φωτογραφίες. Έβγαλα αρκετές αναμνηστικές φωτογραφίες, εμφάνισα και τύπωσα μόνος μερικές στην Αθήνα ένα χρόνο μετά. Τότε μάθαινα φωτογραφία, ο κόκκος από το μισό καρέ ήτανε ζωηρός, δεν μου άρεσε, με τρόμαζε.

Βρήκα πρόσφατα το φιλμ και λίγες τυπωμένες μικρές φωτογραφίες που σώθηκαν. Γυρίζοντας στο πίσω μέρος, αναγνώρισα το λογότυπο της Agfa. Μία από αυτές, έδειχνε τη πεζούλα που καθόμαστε μέχρι να σκοτεινιάσει. Πέρασα το ταλαιπωρημένο αρνητικό από ένα σαρωτή, έκανα τις φωτογραφίες ψηφιακές.

Θυμήθηκα σιγά-σιγά περισσότερα. Έπρεπε να δούμε πρώτα τη Πούλια στον ουρανό για να κινήσουμε να πάρουμε το «θησαυρό». Πρώτα όμως βγαίναμε στα ρηχά με τη βάρκα, μαζεύαμε αρκετές πέτρες και μετά επιστρέφαμε να πάρουμε το δίχτυ. Έπρεπε να πέσει το φως για να μη βλέπει το ψάρι, να το νοιώσει το δίχτυ, αλλά να είναι αργά. Τις πέτρες τις κτυπούσαμε στη ξύλινη κουβέρτα της βάρκας. Έπρεπε να κάνουμε πολύ θόρυβο, να τρομάξει το ψάρι, να μπλεχτεί περισσότερο, να μην ξεφύγει. Στη συνέχεια πηγαίναμε κατά μήκος του διχτυού και πετούσαμε πέτρες μια –μια από ψηλά, να ακουστούν πέφτοντας στη θάλασσα.

Αρχίζαμε το μάζεμα του διχτυού πάντα από τη φλάσκα κολοκύθα μόνο όταν το φως είχε φύγει και δεν ξεχωρίζαμε τις λεπτομέρειες στα βράχια. Ο κρύος αέρας και η υγρασία τώρα ζητούσαν μάλλινο. Πάντα  ο παππούς ήταν μέσα στη τρύπα στην άκρη της βάρκας όταν έριχνε ή μάζευε το δίχτυ που ήθελε τέχνη και δύναμη περισσή για να έρθει επάνω. Εγώ στο μεσαίο πάγκο κωπηλατούσα. Μετά πηγαίναμε για να πάρουμε το άλλο δίχτυ. Τώρα ήταν πίσσα-σκοτάδι. Μόνο τα κουπιά ασήμιζαν μέσα στη θάλασσα από το πλαγκτόν. Είχαμε σημάδια το φανάρι του Σταυρού και τις ξέρες. Έπρεπε να βρούμε στο σκοτάδι το φλασκί. Σαν το εντοπίζαμε κάναμε πάλι θόρυβο και ρίχναμε τις υπόλοιπες πέτρες, σηκώναμε το δίχτυ , το ρίχναμε στη βάρκα και το σκεπάζαμε με ένα βρεμένο τσουβάλι από λινάτσα.  

Επιστρέφαμε στο λιμάνι σαν σκιές στο σκοτάδι.

Τις πρώτες ημέρες κουραζόμουν πολύ, σύντομα συνήθισα, μου άρεσε. Από τις αδύναμες λάμπες των λιγοστών σπιτιών μαντεύαμε που θα δέσουμε τη βάρκα για να τη βρούμε το πρωί. Είχαμε οδηγούς τις απόκοσμες σκιές των βράχων, το κτύπημα της θάλασσας στα ύφαλα της βάρκας και στα βράχια. Τραβούσαμε κουπί πολύ κοντά στα βράχια, νιώθαμε πως είναι εκεί αλλά δεν τα βλέπαμε. Και που αλλού να πήγαιναν; Τυφλό σύστημα!  Βάζαμε τη φύση να εργάζεται για εμάς και εμείς επιστρέφαμε κωπηλατώντας νωχελικά, μηχανικά, χωρίς κόπο θα έλεγες έτσι, για να ζεσταθούμε. Ξεψαρίζαμε μέχρι αργά κάνοντας και επιδιορθώσεις στα δίχτυα. Ζήτημα να βγάζαμε το φαγητό μιας ημέρας για εμάς τους τρεις.  Όμως μας έφτανε αυτή η μικρή ψαριά, κι αν ποτέ κάτι έμενε; το βάζαμε στο φανάρι. Που να βρεθεί ψυγείο! Όμως επί ένα μήνα, ίσως και περισσότερο, τρώγαμε κυρίως μόνο φρέσκα ψάρια.

Σε μια από αυτές τις παλιές φωτογραφίες φαίνεται ο παππούς στην άκρη της βάρκας με φόντο τη Χρυσοπυγή, κρατάει το δίχτυ, είναι έτοιμος να το ρίξει. Είναι αφοσιωμένος και δεν ξέρει ότι θα βγει φωτογραφία. Σε μια άλλη είμαι και εγώ.  Βρήκα επίσης το Φάρο και τη Χρυσοπυγή του 68. Το παλιό φιλμ του μισού καρέ έκανε τη δουλειά του με πολύ κόκκο και απόκτησε σημάδια από το χρόνο. Μπορεί αυτές οι  φωτογραφίες να είναι σήμερα για πέταμα. Για κάποιο που δεν γνωρίζει είναι σίγουρα και χωρίς νόημα. Ωστόσο δείχνουν τη Σίφνο του 68 που χάθηκε κι ας είναι ακόμη εκεί. Ξαναπήγαμε στη Σίφνο οικογενειακώς μετά από πολλά χρόνια. Όλοι μας είχαμε τώρα από μια ψηφιακή αλλά ο παππούς ήτανε τώρα πάρα πολύ μακριά…

 

    58 έτη μετά, είμαι παπούς πλέον, τότε απλά τραβούσα εύκολα το κουπί. Αυτή τη φωτογραφία, την είχε τραβήξει η 14 ετών (τότε). αδελφή μου με τη  Chaika μισού καρέ.

Γιάννης Γλυνός  16/08/2026

Δεν υπάρχουν σχόλια: