Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημιουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημιουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Το γιατί, και, το διότι



*γιατί φωτογραφίζουμε;

Κατά καιρούς, μόνος, ή και με φίλους, αναρωτιέμαι/αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που πραγματικά μας σπρώχνει να φωτογραφήσουμε (διάθεση-σκέψη), τι να φωτογραφήσουμε (θέμα), πότε και πως (τεχνική).
Είναι σοβαρός προβληματισμός για κάθε φωτογράφο που έχει πάρει το ζήτημα στα σοβαρά, νομίζω.
Η «ασθένεια» αυτή, η αμφιβολία, θα τον βρει κάποια στιγμή, δεν θα τη γλυτώσει
Σήμερα, λέω πως, οι απαντήσεις, έχουν να κάνουν και με τη φωτογραφική μας εμπειρία και την εποχή που ζούμε, και τα διαθέσιμα μέσα (τεχνολογία). Δηλαδή, διαφορετικά απάντησα (εγγράφως) πριν από δέκα περίπου χρόνια, και διαφορετικά σήμερα.
Άλλα μέσα και άλλα κίνητρα είχα τότε. 
Αλλιώς βγαίνανε οι φωτογραφίες στο χαρτί το 1975, διαφορετικά στην οθόνη το 2008.
Κάποια στιγμή, έγραψα θυμάμαι, πως φωτογραφίζω, για να μη τρελαθώ (είναι δημοσιευμένο). Ήταν όμως πρόχειρη και εύκολη απάντηση, στο γόνατο βγαλμένη καθώς λένε, γιατί τότε έτρεχα να προλάβω τις ανάγκες της πελατείας μου, από όσα θυμάμαι. Πελατείας, που σήμερα δεν υπάρχει, ωστόσο ο χρόνος για σκέψη περισσή περισσεύει σε αντιστάθμισμα.
Αρχικά, πολλά πράγματα για τη τεχνική της φωτογραφίας δεν ήξερα (στα 18 μου έτη), ούτε φυσικά και για την αισθητική της, αυτοδίδακτος γάρ.
Μου άρεσε να βλέπω φωτογραφίες γενικά, δίχως να γνωρίζω το γιατί. Και η μουσική όμως μου άρεσε, κι ο κινηματόγραφος.
Φωτογράφιζα από το 1966 με μια απλή τηλεμετρική 35 χιλιοστών και "έκαψα" πάρα πολλά μέτρα ασπρόμαυρο φιλμ.
Ελάχιστες φωτογραφίες από όλες αυτές έχουν σωθεί. Σήμερα θα έλεγα πως δεν έχουν ενδιαφέρον πέρα από την ιστορία του πως ήταν τότε η χώρα μου, ειδικά η Αθήνα και ο Πειραιάς.
Θυμάμαι, πως αρχικά φωτογράφιζα για να έχω φιλμ να εμφανίσω, να δω μαγεμένος πως καταγράφουν την ορατή πραγματικότητα ο φακός, το φιλμ και το χαρτί. 
Μου άρεσε να δω πως λειτουργούν τα χημικά, πως βλέπει ο σταθερός φακός αυτό που εγώ βλέπω. 
Οι τεχνικές μου ελλείψεις κυριαρχούσαν, δεν είχα ούτε φωτόμετρο, ούτε καλή μηχανή. Ωστόσο συνέχιζα με πάθος να τραβάω φωτογραφίες μέχρι να καταλάβω πως, με ποιο τρόπο, μόνο από το φως  και τη σκιά μπορούσε να γίνει μια φωτογραφία.
Η μαγεία αυτή της μετουσίωσης της πραγματικότητας που έβλεπα, ήταν το πρώτο που θυμάμαι ως εξαιρετικά σοβαρό κίνητρο για όσα ακολούθησαν. 
Η μετουσίωση, αφορά την απόριψη των χρωμάτων αφού τραβούσα ασπρόμαυρο, τη μετατροπή των τριών διαστάσεων σε δυο, το πάγωμα του χώρου και του χρόνου, τη γωνία λήψης.
Το θέμα, ερχόταν πάντα δεύτερο. Δεν είχε ιδιαίτερη σημασία τότε, ούτε και τώρα. 
Κυνηγούσα μόνο το φως και τη σκιά, τις τονικές διαβαθμίσεις, και βαστάτε ποδαράκια μου.
Να γιατί φωτογράφιζα αρχικά και να γιατί πίστεψα πως η φωτογραφία δρόμου είναι το είδος που μου ταίριαζε και το οποίο θα με απασχολούσε, ίσως και επαγγελματικά.
Η μεγάλη ανατροπή ήρθε με τη πρώτη μόνο-οπτική μου των 35 χιλιοστών.
Πάρα πολλά πράγματα άλλαξαν σε πολύ λίγο διάστημα.
Το ασαφές κάδρο και η περίπου εστίαση της φθηνής τηλεμετρικής έγιναν παρελθόν.
Η ακρίβεια σκόπευσης και εστίασης, η σχέση 2 προς 3, ή 1 προς 1,5 που έδινε η πρώτη μου minolta sr1s, ήταν και η πρώτη σοβαρή εμπλοκή με τη φωτογραφία και το γενικότερο προβληματισμό για το τι πραγματικά είναι η φωτογραφία.
Αυτή η απορία ήταν και είναι ίσως το πρώτο, πλέον σοβαρό κίνητρο  για να τραβώ ακόμη και σήμερα φωτογραφίες.
Πολύ σύντομα, η χαρά και η ικανοποίηση που ένοιωθα κάθε φορά που έβλεπα μέσα από το σκόπευτρο κάτι όμορφο γινότανε μέσα από τη δημιουργία, κάτι που ανάτρεψε πολλές απόψεις μου σχετικά με τον άνθρωπο, τη δημιουργία, το θείο, τη φύση, τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους.
Η φωτογραφία τοπίου, έγινε πάθος μου μεγάλο.

Ένοιωσα τεράστιο προβληματισμό γιατί πραγματικά φωτογραφίζω, πως το κάνω, τι άλλα θέματα με ενδιαφέρουν, τι νόημα έχουν όλα αυτά. Αμφέβαλα για όλα και για όλους. Οι φωτογραφίες μου, ήταν συχνά άδειες, κενά τοπία, ορίζοντες, βουνά, σύννεφα, abstract.
Σπάνια είχαν ανθρώπους, και δεν άρεσαν στους ανθρώπους.
Στράφηκα στην επαγγελματική φωτογραφία και τα πήγα καλά με τη διαφήμιση για πολλά χρόνια. Αρκεί να μη με ανάγκαζαν να δείξω πράγματα ψεύτικα.
Ταυτόχρονα έψαχνα να βρω το μυστικό της φωτογραφίας, να βεβαιωθώ πως σωστά βαδίζω, μα τίποτα δεν κόλλαγε με τις φωτογραφίες που τραβούσα και μου άρεσαν.
Άρχισα το 1975 να βλέπω τι φωτογραφίες τραβάνε οι άλλοι.
Μετά το 1980, έψαξα και στην ιστορία της φωτογραφίας, έμαθα και γνώρισα για τους μεγάλους δάσκαλους. Κάποιοι μου άρεσαν, θα ήθελα να έχω κάνει μερικές φωτογραφίες σαν τις δικές τους, αλλά τι κρίμα; Τις είχαν κάνει αυτοί πρώτοι και δεν μου άρεσε ποτέ η σκόπιμη αντιγραφή.
Μετά το 1995, η ψηφιακή φωτογραφία με έβαλε σε ένα νέο κύκλο αναζήτησης. Αλλά τώρα ήξερα πολύ καλά ότι φωτογραφίζω για να δω αν η ψηφιακή φωτογραφία θα μοιάσει με αυτή του φιλμ, αυτή που έμαθα και εμπιστεύτηκα. 
Και πάλι η θεματολογία δεν είχε σημασία καμιά, αλλά όπως πάντα προτιμούσα το τοπίο και τις όμορφες φωτοσκιάσεις.
Μετά το 1998, έπεσα με τα μούτρα στο διαδίκτυο (μεγάλο σχολείο), έμαθα πολλά παρατηρώντας και φωτογραφίες άλλων.
Διάβασα και αρκετά βιβλία, δεν φωτίστηκα ολοκληρωτικά, αλλά ένοιωσα πως κι άλλοι προβληματίζονται.
Έτσι είπα μια ημέρα.
-Μέχρι εδώ. Είμαι εγώ, είμαι αυτό που μου αρέσει, και αυτό θα κάνω. Αρκεί να υπάρχει μια μηχανή, φως, σκιά, όγκοι, ατμόσφαιρα, χώρος, κάτι που να μου αρέσει, ή να με ενοχλεί.
Αν υπάρχει και κανένας άνθρωπος; Πάει καλά.
Αν δεν υπάρχει; Δεν πειράζει.
Έτσι κι αλλιώς η μαγεία του χώρου και του χρόνου παραμένει και δίχως εμάς. 
Σκιές είμαστε στο θέατρο του παράλογου της ζωής.




Θεματολογία της φωτογραφίας. 
Μεγάλη φασαρία για το τίποτα!
Τι σχέση έχει το δυνατό, το "πιασάδικο" θέμα με τη φωτογραφία;
Το θέμα καταπίνει την φωτογραφία, όπως και η λεζάντα ποδηγετεί το θεατή. 
Τραβώ φωτογραφίες, και το «μεγάλο θέμα», αν είναι νάρθει, θε ναρθεί.
Αλλά μέχρι τότε εγώ θα φωτογραφίζω ότι μου αρέσει καθώς το βλέπω μέσα από το φακό και το σκόπευτρο, απλά γιατί ζω και βλέπω και θέλω να νιώσω λιγάκι σαν το δημιουργό μου.
Μπας και καταλάβω δηλαδή γιατί υπάρχω.
Αυτά έως το 2010.
Γιατί φωτογράφιζα από το 2011, μέχρι το φθινόπωρο 2013 είναι άλλο πράγμα.
Βασικά για να μη πάθω κατάθλιψη.
Αλλά παράλληλα, έκανα κι άλλα πράγματα το ίδιο δημιουργικά, όπως πχ έκανα μονοτυπίες, με τυπογραφικό μελάνι και χαρτί και μπόλικη καλή διάθεση. Έκανα και πολλά blog, για να μη τη πάθω τη κατάθλιψη.
Όμως η φωτογραφία πάντα ήταν εκεί και βοηθούσε, μόνο που τώρα πλέον η διάθεση, μετά την άνοιξη του 2013 άλλαξε.
Η διάθεση για φωτογραφίες έχει καταλαγιάσει αρκετά, δεν υπάρχει πλέον το παιδικό βλέμμα για το θάμα της φύσης και της ζωής. 
Η κρίση και η σκέψη βάρυναν επάνω στο γιατί φωτογραφίζω.
Μετράω τα βήματα και τη σκέψη, κι αυτό δεν βοηθάει τη φωτογραφία.
Το βλέμμα του «γερακιού» παραμένει, μα τη ψυχή του αγγέλου την απώλεσα βλέποντας το χάλι της κοινωνίας και τη βία της φτώχειας.
Φωτογράφιζα, γιατί μέχρι χτες αυτά τα προσπερνούσα δίνοντας προτεραιότητα στην ομορφιά, την αισθητική, τη ποίηση, το φως και τη σκιά, τη δημιουργία. 
Ζητούσα λιγάκι παράδεισο στη γη, μέσα από το φακό. Και μερικές φορές το βρήκα!
Βάδιζα στα σύγνεφα όμως.
Τώρα η παράλογη ζωή και δόσεις των φόρων που πνίγουν το καθένα, δεν αφήνουν χώρο για σκέψη φωτογραφική.
Από την ασχήμια και τη βία πάντα προσπαθούσα να ξεφύγω με τη δημιουργία φωτογραφιών.
Να λοιπόν γιατί φωτογράφιζα σχεδόν τα πάντα, σαν να ήμουν πρώτη θέση θεωρείο και ίσως πάλι να φωτογραφίσω με την ίδια διάθεση.
Αυτό που με πικραίνει όμως αφάνταστα είναι πως  η Ελλάδα αγρίεψε…
Δεν είναι λίγες οι φορές τα τελευταία χρόνια που τα «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα» μου δημιούργησαν φασαρίες στη μέση του πουθενά.
Δεν είναι λίγες οι φορές που με πρόσβαλλαν δίχως αφορμή.
Βρήκα το μπελά μου, επειδή απλά κοίταξα μέσα από το σκόπευτρο δίχως να φωτογραφίσω. 
Τι διάθεση να μείνει για φωτογραφίες μετά; Παρά μόνο για φωτογραφίες οργής και αγανάκτησης ίσως.
Ο κόσμος μας, αγρίεψε, χάθηκε αυτό που φωτογράφιζα, το κατάπιε το χρέος.
Τι φωτογραφίζουμε και γιατί;
Φωτογραφίζουμε λοιπόν ότι μας αρέσει, και το κάνουμε αυτό επειδή η μηχανή είναι δική μας, η ζωή αυτή είναι δική μας, η δημιουργία τρόπος επιβίωσης.
Ο χώρος και ο χρόνος δεν επανέρχονται και η πλέον απλή, τίμια, αυθόρμητη, ειλικρινής απάντηση στο "γιατί φωτογραφίζουμε" είναι:
Μα, για να δούμε πως θα βγει στη φωτογραφία αυτό που βλέπουμε, και να μας αφήσουν ύσηχους.
Τελικά, πως θα πιστέψουμε στο θείο αν δεν νοιώσουμε μέσα από τη τέχνη πως αισθάνεται ο δημιουργός όταν δημιουργεί κάτι μοναδικό;
Αυτό μάλλον ενοχλεί αφάνταστα μερικούς.

*Μερική αναθεώρηση 18 Σεπτέμβρη 2013

Γιάννης Γλυνός

αρκετές φωτογραφίες μου θα βρείτε εδώ:  http://if-photo-then-go-to.blogspot.gr/

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Φωτογραφία και λόγος

Σκέψεις, για την όποια σχέση φωτογραφίας και λόγου.

Όπου φωτογραφία = το προϊόν της μηχανικής αποτύπωσης του χώρου σε κάποιο δεδομένο χρόνο, το κάδρο, το θέμα, η διαδικασία, η σύλληψη, η εκτύπωση στο χαρτί, ή στην οθόνη κάποιου τερματικού, κάτι χειροπιαστό που προέκυψε από κάτι ορατό, ίσως και δίχως ύλη (είδωλο σκιάς/φωτός).
Όπου λόγος= η δικαιολογία, η λογική, οι έννοιες, τα επιχειρήματα, οι λέξεις, η ανάλυση με λέξεις του περιεχόμενου της φωτογραφίας, η σχέση αναλογίας του ενός προς το άλλο.
Γραπτός λόγος, ή προφορικός λόγος, δεν έχει σημασία.

Συχνά ακούμε να λένε το πολυφορεμένο: «μια φωτογραφία = χίλιες λέξεις».
Μιλάμε για κοινά αποδεκτές λέξεις - έννοιες με τις οποίες επικοινωνούμε για να περιγράψουμε, ή να δώσουμε με το λόγο κάτι που να πλησιάζει τη φωτογραφία, πράγμα φυσικά αδύνατο, με χίλιες μόνο λέξεις.
Και πραγματικά, το αντίθετο δεν γίνεται, και ποτέ δεν μπορεί να περιγράψει κανείς ακριβώς μια φωτογραφία με τα λόγια, με όσες λέξεις και να γνωρίζει.
Η φωτογραφία, θα μας "μιλήσει" μόνη της, αν έχει κάτι να πει. 
Εμείς, αν μπορέσουμε, θα το καταλάβουμε, ή θα το αισθανθούμε.
Γιατί οι λέξεις, απευθύνονται στη λογική, αλλά πολλές φορές εξάπτουν τη φαντασία προς άγνωστες διαδρομές. 
Η φωτογραφία μιλάει με κάτι χειροπιαστό, μέσω της όρασης, στη ψυχή, στο συναίσθημα. Ο καθένας όμως έχει το δικό του ψυχικό κόσμο, το δικό του μεταφραστή και μόνο αυτόν εμπιστεύεται. 
Σπάνια οι φανταστικές εικόνες που προκύπτουν από το λόγο κολλάνε ακόμη και στην πεζή ορατή πραγματικότητα της φωτογραφίας, κι ακόμη ποιο σπάνια μπορεί να ταιριάξουν αν η φωτογραφία είναι αφαιρετική (abstract).
Οι δάσκαλοι της φωτογραφίας συχνά χρησιμοποιούν φωτογραφίες στα μαθήματά τους. Μερικές φορές επιστρατεύουν και το λόγο, τη λογική, τις λέξεις για στηρίξουν ή να περιγράψουν ποιο καλά τα όσα προσπαθούν να μεταδώσουν στις ψυχές των νέων φωτογράφων, στοχεύοντας μέσα από το λόγο στην αισθητική τους.
Υπάρχουν περιπτώσεις όμως όπου ο λόγος στρέφει το μυαλό σε περίεργα μονοπάτια, προκαλεί σύγχυση με διπλά μηνύματα συχνά αντίθετα, ή περιορίζει-ποδηγετεί τη φαντασία. Όπως πχ η λεζάντα μιας φωτογραφίας. 
Όμως και η ορατή πραγματικότητα από την άλλη, προκαλεί σοκ όταν μέσω του λόγου και μόνο, έχουμε πλάσει μια εικόνα φανταστική, υπερβατική, μπροστά στην οποία η πραγματικότητα υστερεί, ή υπερβάλλει, σε σχέση με το όραμα που δημιουργήσαμε.
Να γιατί μερικές φορές το ταξίδι ευχόμαστε ποτέ να μη τελειώσει και να μη φτάσουμε να δούμε τι υπάρχει στο τέρμα.

Άλλο ένα θέμα σημαντικό που προκύπτει από τη σχέση φωτογραφίας και λόγου.
Έχει λεχθεί: «Η τέχνη δεν προκύπτει με τη παρθενογένεση».
Ιστορικά και πειραματικά έχει διαπιστωθεί πως αντιγράφουμε / μιμούμαστε αρχικά κάτι για τον απλό λόγο ότι μας αρέσει. Στη συνέχεια προσπαθούμε να το κάνουμε ποιο όμορφο, να του δώσουμε μια δική μας ερμηνεία, να το κάνουμε δικό μας, γνωρίζοντας ίσως (ιστορία της τέχνης και της αισθητικής) πως ο άλλος για την εποχή του και την αισθητική του έδωσε ότι ποιο καλό είχε.
Κατά κάποιο τρόπο, ο καθένας δημιουργός προσπαθεί να αφήσει τον κόσμο ποιο καλό κι όμορφο από ό,τι το βρήκε. 
Έτσι, το να μας αρέσει κάτι είναι θαυμάσιο, το να προσπαθήσουμε και εμείς να κάνουμε κάτι θαυμάσιο, είναι το ίδιο σημαντικό.
Όμως, άλλο αντιγράφω το έργο κάποιου δημιουργού, κι άλλο αντλώ φωτογραφικά θέματα από τη φύση. 
Από τη στιγμή που ο φακός καταγράφει κάτι ορατό που βρίσκεται μπροστά και γύρω μας, ίσως υπάρχει θέμα αντιγραφής της φύσης, αντί προσωπικής επιλογής και ερμηνείας του ορατού και πραγματικού. 
Και δεν χρειάζονται ούτε λόγοι, ούτε αναλύσεις, ούτε φιλολογία για να δικαιολογήσουμε γιατί πήραμε μια φωτογραφία που μας άρεσε, ή μας προκάλεσε κάτι αρνητικό.
Ωστόσο, αυτό το "ορατό και πραγματικό" είναι πραγματικά ορατό για όλους; Ή μήπως οι περισσότεροι αν όχι όλοι εκτός από το φωτογράφο, το προσπερνάνε αδιάφοροι;
Τη κρίση θα την εκφέρει ο θεατής της φωτογραφίας, κι αν είναι έμπειρος και ειλικρινής, θα είμαστε τυχεροί.
Εδώ ο λόγος αποκτά ιδιαίτερη αξία καθώς αρκεί να είναι απλός, κατανοητός, ευθύς, κι όχι κολακευτικός, ή ψεύτικος. Διαφορετικά τα μυαλά του δημιουργού θα πάρουν αέρα, ή θα απογοητευτεί.
Το θέμα είναι να αποκτήσουμε το αισθητήριο εκείνο που θα μας προφυλάξει από τις ανίερες και βάρβαρες αντιγραφές άλλων φωτογραφικών έργων, ή της φύσης. Αυτές που ξεδιάντροπα και ασύστολα θα προσπαθήσουν κάποιοι με τη χρήση του λόγου και της τεχνολογίας να μας επιβάλλουν αργότερα ως «τέχνη» δήθεν πρωτοποριακή.
Θαυμάσια φωτογραφικά έργα έχουν γίνει διότι κάποιος εμπνεύστηκε από κάτι όμορφο που βρήκε εμπρός στα μάτια του, ή κάποιο πίνακα ή φωτογραφία που κάποιος άλλος δημιούργησε. Οι περισσότερες εικόνες που θα απασχολήσουν το μυαλό μας για κάποιο λόγο, θα αποτελέσουν μια «βάση δεδομένων» για σύγκριση και αξιολόγηση των επόμενων δικών μας φωτογραφιών.
Από τις  δικές μας φωτογραφίες, αυτές που μας αρέσουν, η λογική λέει πως: ίσως μας θυμίζουν κάτι άλλο, κάτι που κάποιος άλλος δημιούργησε, ή πως μοιάζουν τόσο πολύ με το έργο του άλλου, ώστε να πιστέψουμε πως γίναμε μεγάλοι φωτογράφοι και εμείς.
Από την άλλη, για να ξεφύγουμε δια παντός από αυτή τη σύγκριση, θέλουμε να έχουμε δικό μας προσωπικό στυλ. Αυτό και πάλι είναι δίκοπο μαχαίρι για τον απλό λόγο πως πολλές φωτογραφίες-ντοκουμέντου είναι τόσο δυνατές από μόνες τους όταν συμβαίνουν τα γεγονότα, ώστε κάθε προσπάθεια προσωποποίησης, ή ωραιοποίησης να ισοδυναμεί με κακέκτυπο αντίγραφο του πραγματικού.
Αυτό είναι ένας κίνδυνος για το φωτογράφο γιατί αν έχει δει και μελετήσει και καταχωρίσει στη φωτογραφική του μνήμη μερικές χιλιάδες αξιόλογες φωτογραφίες, πριν αρχίσει να δοκιμάζει τις δικές του δυνάμεις, τότε είναι πολύ εύκολο είτε να τρομάξει από τον όγκο και το μεγαλείο των όμορφων φωτογραφιών και να μη τολμήσει ποτέ να ανοίξει τα δικά του φτερά, είτε να αρχίσει να αντιγράφει και να μιμείται «τυφλά» δίχως κρίση δηλαδή, ότι του άρεσε. 
Ο κάθε φωτογράφος πρέπει να μάθει να ζει με την αποτυχία, να μαθαίνει όμως από αυτή.
Αν πάλι δεν έχει ασχοληθεί με την ιστορία της φωτογραφίας και την αισθητική της, ίσως βρει το δικό του δρόμο μετά πολλές φωτογραφικές έρευνες. Μόνο που θα χρειαστεί πάρα πολλές προσπάθειες, μελέτη, αυτοκριτική, εργασία, και πάλι εργασία και ακόμη ποιο αυστηρή αυτοκριτική. Αυτό είναι που λέμε αυτοδίδακτος.
Ο καλός δάσκαλος φωτογραφίας, πρέπει να μεταφέρει όλη τη προηγούμενη γνώση δίχως να κάψει τα φτερά και να σβήσει τα όνειρα του νέου φωτογράφου. Δύσκολα πράγματα με την έκταση που έχει λάβει η φωτογραφία διεθνώς. Σήμερα, το 2013, έχουν ειπωθεί και καταγραφεί σχεδόν τα πάντα.
Σαφώς και δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να μην έχει δει κανείς φωτογραφίες άλλων φωτογράφων και να μην έχει επηρεαστεί από αυτές. Διαφορετικά, τι σόι αξιόλογες φωτογραφίες θα υπήρχανε; Ή να το θέσω αλλιώς. Τι τον έσπρωξε να ασχοληθεί με τη φωτογραφία αν δεν είδε πριν κάτι που του άρεσε; Και γιατί αυτό να είναι ντροπή, ή μεμπτό;
Όμως η διαμόρφωση της αισθητικής ενός προσωπικού στυλ μόνο με βάση το λόγο κι όχι την πείρα, ειδικά για τη φωτογραφία, δεν ξέρω αν μπορεί πλέον να οδηγήσει τους καλούς φωτογράφους, να γίνουν ποιο καλοί.
Συχνά ακούμε για το πόσο σημαντικό είναι το σκεπτικό, το θέμα, για τις σκέψεις και τα συναισθήματα που πρέπει να καταγραφούν σε μια φωτογραφία, ή μια σειρά από φωτογραφίες. Η πραγματική της σημασία και αξία της φωτογραφίας φαίνεται ή να έχει ξεπεραστεί, ή να μην έχει κατανοηθεί πλήρως.
Κι όμως μεγάλοι φωτογράφοι έχουν δηλώσει πως ποτέ δεν πήραν από μια φωτογραφία αυτό που έβαλαν. Τι λοιπόν είναι αληθές;
Στην εφαρμοσμένη φωτογραφία, για τη προβολή κάποιου προϊόντος, ή κάποιας ιδέας, ίσως αυτό να βοηθήσει, αν και η κινούμενη εικόνα είναι η πλέον αρμόδια.
Η δική μας φωτογραφία απλά καταγράφει μια και για πάντα αυτό που είναι μπροστά στα μάτια μας, κι ίσως παραμένει αόρατο μέχρι να το δούμε στο χαρτί, ή στην οθόνη.
Η αξία του φωτογράφου, η εκπαίδευση και η αισθητική του σε αυτό πρέπει να κατευθύνεται.
Συχνά για μια καλή φωτογραφία αρκούν ως εκκίνηση κι ως θέμα: το όμορφο φυσικό φως, ένα ντοκουμέντο, κάτι άσχημο ή όμορφο, φυσικό ή αφύσικο, μια επανάληψη, η μοναχική διαφορά μέσα στην επανάληψη, κάτι εντελώς αφαιρετικό ή συγκεκριμένο, μια σκιά, ένας συμβολισμός, ένα φυσικό φαινόμενο, μια νεκρή φύση, μια σύνθεση που φτιάξαμε, ή τη βρήκαμε έτοιμη, κάθε τι αυθεντικό, μια λεπτομέρεια, κάτι πολύ κοινό, ή αντίθετα πολύ σπάνιο και εξεζητημένο κλπ.
Η γνώση της τεχνικής είναι αυτή που θα βοηθήσει στη δημιουργική καταγραφή.
Η αισθητική μας είναι αυτή που θα βάλει «το κερασάκι στη τούρτα» και θα δώσει πνοή αυτόνομης ζωής στη φωτογραφία.
Αν στη πορεία της φωτογραφικής εκπαίδευσης και ειδικά στην αρχή, προκύψουν κάποιες δικές μας φωτογραφίες που μας αρέσουν, θα πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί διότι υπάρχει πάντα η περίπτωση να υπάρχει κάποια σύνδεση με προκαταλήψεις και εικόνες που μας έχουν επιβληθεί ως αξιόλογες, δίχως πραγματικά να είναι.
Ειδικά αν είναι φωτογραφίες που έχουν προκύψει σε μια προσπάθεια μίμησης κάποιων έργων τέχνης, θα πρέπει να είμαστε διπλά «κουμπωμένοι» με την πρόωρη αισθητική μας.
Θα έλεγα ως συμβουλή πως ποτέ πριν από το «λιώσιμο» του πρώτου κλείστρου, της πρώτης μας μηχανής, να μην πιστέψουμε πως έχουμε δέκα καλές φωτογραφίες για να τις εκθέσουμε.
Για να μη γίνουμε ρόμπα, όχι τίποτα άλλο.
Α μια φωτογραφία από την αρχή δεν μας αρέσει, πρέπει να την εξαφανίσουμε και να την ελέγξουμε ξανά μετά από μερικές χιλιάδες φωτογραφίες.
Η τελική διαγραφή-καταστροφή θα πρέπει πάντα να λειτουργεί ως λύτρωση από ένα λάθος, αφού πρώτα όμως εξαντλήσουμε όλα τα πιθανά και απίθανα μαθήματα από την αποτυχία μας.
Το μεγάλο πρόβλημα με τη φωτογραφία ως τέχνη, είναι πως καταγράφοντας μια ορατή πραγματικότητα δύσκολα μπορούμε εμείς οι ίδιοι να θεωρήσουμε ως τέχνη την αντιγραφή της πραγματικότητας. Κι αν εμείς δεν πιστέψουμε σε αυτό που κάνουμε, πως θα πιστέψουν οι άλλοι;
Όμως, η τέχνη και ένα από τα μυστικά της φωτογραφίας είναι στη μετουσίωση και τη προβολή της δικής μας επιλογής από το χάος που μας περιβάλλει. Μπορεί όλοι όσοι είναι γύρω μας να βλέπουν προς την ίδια κατεύθυνση, πόσοι όμως θα δουν πραγματικά αυτό που θα κυριαρχήσει και θα αναδείξει τη φωτογραφία μας από το σωρό; Λογικά, αν δεν υπάρχει δίπλα άλλος δεινός φωτογράφος; ουδείς!
Δεν είναι ντροπή να αντλούμε έμπνευση από το έργο των άλλων, ντροπή είναι να αντιγράφουμε ξεδιάντροπα και να προσπαθούμε με το λόγο να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα που φαίνονται σε μια φωτογραφία.
Με λίγα λόγια, αν μια φωτογραφία χρειάζεται το λόγο, ή έστω τη λεζάντα για να τη καταλάβουμε, ή για να μας αρέσει, τότε ποιο καλά να πάμε στην επόμενη. Ακόμη χειρότερα, αν δείχνοντας σε κάποιον μια φωτογραφία αρχίσουμε να εξηγούμε και να μιλάμε σχετικά με αυτή για να τη δικαιολογήσουμε, τότε δεν θα γίνουμε ποτέ καλοί φωτογράφοι.
Η κατανόηση του θέματος, δεν έχει καμιά σχέση με την καλλιτεχνική αξία, ή την απαξία της φωτογραφίας, καθώς ο μόνος δρόμος είναι αυτός της καρδιάς και του συναισθήματος.
Πολλοί φωτογράφοι φοβόνται, ή ντρέπονται να δείξουν τις φωτογραφίες τους όταν μοιάζουν με φωτογραφίες.
Υπάρχει πλέον ένα τεράστιο πρόβλημα με τις άπειρες φωτογραφίες που «κρεμάνε» οι φωτογράφοι στο διαδίκτυο και συχνά θα δούμε ίδιες αισθητικές, τεχνικές, ή θεματολογία, ειδικά από φωτογράφους μιας ίδιας χώρας. Αν κάποια φωτογραφία μας μοιάζει, ή μοιάσει με κάποια άλλη και το γνωρίζουμε πως δεν έγινε σκόπιμα, δεν χάθηκε ο κόσμος.
Αν όμως έχουμε αντιγράψει, μέρος, ή το όλο με πλήρη επίγνωση, τότε ας κοιταχτούμε στο καθρέπτη κι ας χρησιμοποιήσουμε όλη τη δύναμη του λόγου που τυχόν κατέχουμε, γιατί θα μας χρειαστεί.
Τη προσπάθεια να μιλήσουν οι φωτογράφοι και να εκφράσουν συναισθήματα ή να αρθρώσουν λόγο με μια ακίνητη, βουβή και συχνά θλιμμένη φωτογραφία τους, μπορώ να τη δεχτώ μόνο ως ένα ακόμη μάθημα για το τι πραγματικά είναι η φωτογραφία.
Για κάθε φωτογραφία που μας αρέσει, ή δεν μας αρέσει, ο μόνος δυνατός και αποδεκτός λόγος που ανέχομαι πλέον είναι: «μου αρέσει» / « δεν μου αρέσει». Αρκεί αυτός που ομιλεί, να είναι ένας άξιος, δημιουργός φωτογράφος, ή απλά "ερασιτέχνης φωτογράφος".
Διαφορετικά; "η σιωπή είναι χρυσός"!
Μου αρέσει/ δεν μου αρέσει/ σιωπή.

Αυτή ας είναι και η μοναδική σχέση της φωτογραφίας με το λόγο.
Αυτό μου αρκεί.

Γιάννης Γλυνός Μάιος 2013

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Φωτογραφία & Κατάθλιψη



Διασκέδαση για το δημιουργό, είναι η αισθητική απόλαυση, με αυτή καταπολεμά τη κατάθλιψη. 

Ο καθένας με τα όπλα του


Οι αγωνίες και οι φόβοι για το μέλλον μας επηρεάζουν όλους. 

Ο καθένας κουβαλάει το δικό του σταυρό που βαραίνει ολοένα περισσότερο από τις συνθήκες τη μαυρίλα και την απογοήτευση.
Ο δημιουργός μπορεί να πετάει στα σύννεφα, αλλά αντλεί έμπνευση από το καταθλιπτικό τοπίο, ανήκει στο κοινωνικό σύνολο και έχει εικόνα για όσα συμβαίνουν γύρω του.

Για κάποιο «άγνωστο» λόγο ο δημιουργός προσπαθώντας να απαλλαγεί από το δικό του σταυρό και τη ζοφερή εικόνα έστω και για λίγο, κάθεται και ασχολείται με την «άχρηστη» δική του τέχνη. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί "αντιπαραγωγικό", φυγομαχία ίσως. 

Αλλά είναι θέμα επιβίωσης.

Όσο ποιο πιεστική είναι η κατάθλιψη τόσο ποιο έντονα αντιδρά ο δημιουργικός άνθρωπος. Αναρχία, ακαταστασία, φόβος, πόνος, δυστυχία, αδικία, αγωνία, ανασφάλεια, ανέχεια, επικρατούν σε περιόδους ανάσχεσης της παραγωγής και της οικονομίας.
Ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να βρει καινούριες ισορροπίες και μια εξήγηση για το ποιο λόγο μπορεί να έχει η ζωή, ειδικά σε αυτή τη περίοδο.
Ο δημιουργικός άνθρωπος, διαφέρει από τον κοινό στο ότι αισθάνεται έντονη την ανάγκη να καταφύγει στη τέχνη του για να ξεφύγει από τη κατάθλιψη, έστω και πρόσκαιρα.
Έστω και για λίγο χρόνο, όσο διαρκεί ένα βιβλίο, μια ταινία, η προβολή μιας φωτογραφίας, ένα θεατρικό έργο, η κουβέντα με ένα φιλαράκι.




Σε κάθε κρίση όλοι αντιδρούμε αλλά ο καθένας πολεμά με τα όπλα του.
Άλλος το ρίχνει στο γλέντι, και καλά κάνει. Άλλος στη τέχνη, γιατί ο άνθρωπος δεν θέλει μόνο ψωμί για να ζήσει.
Ο άλλος στρέφεται με όλη του τη δύναμη στη δουλειά, τα δεδομένα και τους αριθμούς, και πολύ σωστά αν αυτό τον κάνει να ξεχνάει.
Κάποιος άλλος πέφτει με τα μούτρα στο διάβασμα, κι άλλος στις σχέσεις.
Τίποτα δεν είναι λάθος και δεν είναι ώρα για να κρίνουμε τι κάνει ο καθένας. 

Σημασία έχει να αλλάξει η ατμόσφαιρα.

Σε περιόδους κρίσης η ζωή κυλά χωρίς χαρά και ενδιαφέροντα. 

Αυτό λειτουργεί σωρευτικά και θα είναι καταστροφικό αν μας πάρει από κάτω κι αν συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα.
Κανένας δεν θέλει να ζήσει πάλι στην εποχή της κατάθλιψης που με λίγο ψάξιμο στην ιστορία, θα δούμε τη πορεία της και τα αποτελέσματα.

Φωτογραφία και κατάθλιψη





Η φύση της φωτογραφίας είναι καταθλιπτική, σίγουρα δεν προκαλεί χαρά. Κι αν κάποιος χαμογελάσει, θα είδε πέρα από την άκρη της απελπισίας.
Depression, ήταν μια τρομερά δυσάρεστη εποχή που έζησε ο Αμερικάνικος λαός. 

Ήταν μια περίοδος που έγινε παγκοσμίως γνωστή από τις σχετικές φωτογραφίες με θέμα τη φτώχεια και την ανέχεια.
Ειδικά οι αγρότες του νότου έζησαν πολύ έντονα το φαινόμενο που ακολούθησε την οικονομική κατάρρευση. Ήταν ένα κραχ αναπόφευκτο και προδιαγεγραμμένο χάρη στην απληστία για περισσότερα κέρδη. Ένα κραχ που βύθισε τον κόσμο στη μαυρίλα και την απογοήτευση καθώς το ντόμινο πέρασε τη κρίση και σε άλλους λαούς. 

Και τώρα η ιστορία κάνει πάλι κύκλο, σαν τις εποχές του έτους!

Το γέλιο, η χαρά και η διάθεση για εργασία χάθηκαν! 

Όπως και σήμερα, το 2011, εδώ, στην Ελλάδα, αλλά και λίγο ποιό έξω από όσα ακούμε.



Τη περίοδο αυτή κανένας δε γελά, ελάχιστοι εργάζονται και όλοι οργίζονται. Δεν είναι μοναδικό φαινόμενο της αμερικάνικης ιστορίας αυτό. Η ιστορία διδάσκεται, δεν διδάσκει. Τη κατάθλιψη θα τη ζήσουμε και πάλι, τη ζούμε ήδη μαζί με την αγανάκτηση.

Ίσως περισσότεροι λαοί αυτή τη φορά ζήσουν και πάλι κάτω από το όριο της φτώχειας. Κι όμως οι λογικοί και ευαίσθητοι κοινωνικά επιστήμονες φώναζαν πως είμαστε πάρα πολλοί για αυτή τη γη και οι έχοντες έχουν γίνει υπερβολικά άπληστοι και επιταχύνουν ένα διόλου απίθανο δραματικό τέλος.

Depression λοιπόν.

Ήτανε μια περίοδος που επηρέασε το κόσμο και σημάδεψε αισθητικά και ιστορικά τη πορεία της φωτογραφίας, τους φωτογράφους, αλλά και τις άλλες τέχνες .

Ποιο ήτανε το μήνυμα αυτής της δημιουργικής εποχής; Πολύ απλά να δείξει πως η δική μας κατάθλιψη ίσως να είναι ποιο εύπεπτη, ποιο ήπια, από αυτή των ηρώων που προβάλλονται στις φωτογραφίες.
Βασικός στόχος των φωτογραφιών αυτών ήτανε να ευαισθητοποιήσουν τους έχοντες ότι οι μη έχοντες που έχουν φτάσει στα έσχατα όρια εξαθλίωσης είναι ικανοί για όλα, γιατί δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Κι ο Γιάννης Αγιάννης πάντα επίκαιρος πάλι αυτός μας οδηγεί.


Όλα είναι εμπορεύσιμα



Σήμερα οι περισσότερες σημαντικές φωτογραφίες της εποχής αυτής βρίσκονται σε μουσεία και συλλογές. Κάποιες φωτογραφίες αλλάζουν ιδιοκτήτες έναντι πολλών δολαρίων και έχουν γίνει εμπορεύσιμο είδος, όπως όλα.
 Σημασία έχει ότι υπήρξαν αυτές οι φωτογραφίες γιατί κάποιοι κατανόησαν τη δύναμη της φωτογραφίας να δείχνει δίχως λόγια. Έτσι κάποιοι διορατικοί ανάθεσαν έναντι αμοιβής τις φωτογραφήσεις σε άξιους φωτογράφους της εποχής για να ευαισθητοποιήσουν το κοινό.
 Επειδή η κυρίαρχη ατμόσφαιρα της εποχής ήταν η κατάθλιψη, το κίνημα ονομάστηκε έτσι (depresion) και πέτυχε μέχρι ένα σημείο τους στόχους του. Η οικονομία πήρε το επάνω της και με την εργασία που βρήκαν οι εργάτες στην πολεμική βιομηχανία (2ος παγκόσμιος πόλεμος, new deal).

Τα κοινά γνωρίσματα των φωτογραφιών της εποχής είναι τα γκρίζα εξαθλιωμένα καταλύματα, εγκαταλειμμένα χωράφια, ρημαγμένη γη και φτωχοί αγρότες, άνεργοι πρώην εργάτες, άνθρωποι με απλανή βλέμματα που κοιτάζουν μακρυά κι αφηρημένα, μελαγχολικά πρόσωπα, γκρίζα τοπία, ξεχαρβαλωμένα βαρυφορτωμένα αυτοκίνητα, παράγκες, σπίτια ρημαγμένα, χωράφια εγκαταλειμμένα, σκουριασμένες μηχανές , μπαλωμένα ρούχα, σαν αυτά που σήμερα τα βλαστάρια μας πληρώνουν ποιο ακριβά από τα καινούρια επειδή έχουν επώνυμο! 


Περισσότερες φωτογραφίες



Η φωτογραφική μηχανή, ψηφιακή κυρίως σήμερα, μαζί με το κινητό τηλέφωνο
και internet είναι πολύ ισχυρά εργαλεία επικοινωνίας στα χέρια των ανθρώπων.
 Σε περιόδους κρίσης η φωτογραφία μπορεί να συνδράμει στη καταγραφή
γεγονότων και στην ενημέρωση, αρκεί να πει την αλήθεια (αυτή που οίδε ο
φωτογράφος) όσο άσχημη ή πικρή κι αν είναι.
Η φωτογραφία είναι μια προσιτή δημιουργική διέξοδος στις αγωνίες και
ανασφάλειες του κόσμου. Δεν απαιτεί πολλές γνώσεις, θέλει λίγο ελεύθερο
χρόνο, μια ψηφιακή μηχανή, λίγη ευαισθησία και παρατηρητικότητα.
 Η ποιο εύκολη δημιουργική απασχόληση προσφέρεται από τη χρήση μιας
φωτογραφικής μηχανής, που ίσως κοστίζει 100-150€, ή από ένα κινητό
τηλέφωνο με ενσωματωμένη φωτογραφική μηχανή.
Οι φωτογραφίες που μπορεί να πάρει ο καθένας μπορούν να πετάξουν στην άλλη
άκρη του κόσμου για να δείξουν καταστάσεις και πράγματα που άλλοι
φαντάζονται, ή αδυνατούν να πιστέψουν ότι μπορεί να συμβαίνουν.



 Η σχέση των λαών της γης με τη φωτογραφία διαφέρει και έχει ενδιαφέρον όταν
βλέπουμε τους Γιαπωνέζους πχ πως χρησιμοποιούν τη φωτογραφία.

 Η σχέση του Έλληνα με τη φωτογραφία είναι περισσότερο εγκεφαλική,
καταθλιπτική έτσι κι αλλιώς. 

Παραμένει όμως μια σχέση ευαισθησίας και
προσωπικής προβολής του εσωτερικού κόσμου του φωτογράφου.
 Η μόνη δυσκολία για να πάρουμε φωτογραφίες σαν αυτές της περιόδου της Αμερικάνικης κατάθλιψης, 

είναι ότι εδώ έχουμε ήλιο, και αέρα, και γαλάζιο ουρανό (Ελληνικό φως). 
Εδώ συμβαίνουν καθημερινά μυριάδες ετερόκλητα και
ασυνάρτητα για άλλους λαούς γεγονότα. Ε λοιπόν, πολύ δύσκολα παθαίνεις
κατάθλιψη με αυτό τον ουρανό και αυτό το λαό!
Για να δείξουμε τις φωτογραφίες μας, ούτε καν οι εκτυπώσεις δεν είναι πλέον
πρόβλημα αφού προσφέρονται στο διαδίκτυο δωρεάν χώροι αποθήκευσης για
προβολή χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις . Ασφαλώς κάποια βασικά χαρακτηριστικά
της ψηφιακής φωτογραφίας διαφοροποιούνται, όμως το κόστος φωτογράφησης
και προβολής έχει περιοριστεί σημαντικά και δεν είναι απαγορευτικό όπως άλλες
εποχές.


Μαυρίλα


 Ο καθένας μπορεί σήμερα να ξεκολλήσει από τη μαυρίλα των ΜΜΕ, την
αποβλάκωση της τηλεόρασης και το άραγμα στο καναπέ για να φωτογραφήσει τη
ζωή, το δρόμο, τη φύση, τις συγκεντρώσεις και τις κοινωνικές εντάσεις και
διεκδικήσεις, γιατί όχι; Η ζωή εκεί έξω από μόνη της μπορεί να μας αλλάξει τη
διάθεση και η φωτογραφική μηχανή αρκεί για να δείξουμε χωρίς λόγια τι
συμβαίνει.
Ο κίνδυνος που διαφαίνεται είναι η υπέρ-πληροφόρηση από τις πολλές
περισσότερες φωτογραφίες, ο κορεσμός κι η επερχόμενη αδιαφορία.
Βγείτε όμως έξω και φωτογραφείστε, χρησιμοποιείστε το διαδίκτυο και τη
ψηφιακή τεχνολογία για να μοιραστείτε το φορτίο αφού έτσι θα ελαφρώσει και
το βάρος του γιατί δεν είμαστε μόνοι μας.
Εμείς οι φωτογράφοι οφείλουμε, μπορούμε και πρέπει να καταγράψουμε με το φακό μας
όλα όσα μοναδικά συμβαίνουν και θα συμβούν γιατί τελικά πρέπει να θυμόμαστε
για να μην επαναλαμβάνουμε αυτά τα τραγικά λάθη.

Γιάννης Γλυνός