Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

τα γραπτά μένουν, αλοίμονο!



Τί ακριβώς είναι η φωτογραφία;
Αν δεν γνωρίζετε και διαβάσετε το βιβλίο της Σούζαν Σόνταγκ, θα λάβετε μιαν απάντηση από εχθρική για το αντικείμενο και τους φωτογράφους, έως απαράδεκτα ταπεινωτική και ρατσιστική.
Αν όμως σας αρέσει η φωτογραφία και ξέρετε έστω και λίγα, τότε το σοκ θα είναι ποιο μεγάλο, μια και η θέση της είναι, σύμφωνα με όσα γράφει, καθόλου θετική ή έστω ανεκτική. Εγώ προσωπικά αυτό ένοιωσα διαβάζοντας το βιβλίο δυο και τρεις φορές με ολοένα και ποιο μεγάλη οργή. Κι ας πρόσεχε τι έγραφε και σε ποιό κλάδο απευθύνεται. Θα μπορούσε για παράδειγμα εξ αριστερών ορμώμενη να έγραφε για τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους, τους γιατρούς, τους ντανταϊστές, τις πόρνες, τους έμπορους, ή τους νταβατζήδες. Λέμε τώρα.
Θα πρέπει ή να κόψετε τις φλέβες σας, επειδή ψάχνετε λίγη ομορφιά και ίσως ένα χόμπι, επειδή καταφέρατε να αποκτήσετε μια φωτογραφική μηχανή, ή να σκεφτείτε ένα τρόπο αντίδρασης, αυτόν που διάλεξα εγώ.
Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο (1996), το διάβασα μέχρι τέλος σημειώνοντας με μολύβι αυτά που με πρώτη ανάγνωση λες  “ε δεν πάει άλλο, θα το σκίσω”. Λίγες σελίδες μου γλύτωσαν και δεν έχουν καμιά υπογράμμιση. Στο τέλος το εκσφενδόνισα, αλλά μετά μερικές ώρες το περιμάζεψα. Είπα, μη βιάζεσαι, ξαναδιάβασέ το.
Τι να πει κανείς και σε τι να σταθεί όταν δεν υπάρχει κεφάλαιο, στην κυριολεξία, που να μη σκέφτηκα και να μην υπογράμμισα την εχθρική και αστήρικτη ίσως ψυχολογικά, λογική της κυρίας αυτής. Λέω ίσως, γιατί μπορεί να έχει κάνει έρευνες με ψυχιάτρους και ψυχολόγους σχετικά με το τι θεό πιστεύουν οι ανά τον ελεύθερο κόσμο φωτογράφοι και το γιατί διάλεξαν αυτή τη τόσο δύσκολη τέχνη για να εκφράζονται και τεχνική για να ζουν από αυτή. Δεν γνωρίζω καμία έρευνα που να καταγράφει βαθύτερα, γιατί ο φωτογράφος τραβάει φωτογραφίες.
 Θα πάρω σα βάση λοιπόν τη ύπαρξή μου.
Ανακάλυψα ότι μου αρέσει να βλέπω, να βρίσκω την ομορφιά όπου μπορώ, έμαθα να εμφανίζω και να τυπώνω, να επιλέγω, να κρίνω με τον αυστηρότερο τρόπο (πιστεύω), αυτά που φωτογραφίζω, να καδράρω ακόμη και χωρίς μηχανή, να χαίρομαι το αποτέλεσμα, να σέβομαι τον άνθρωπο, τη φύση το περιβάλλον, να αγαπώ τον τόπο μου και να τον πονάω. Η παρατήρηση έγινε το μέσο μάθησης όπως και το διάβασμα, όλα αυτά και πολλά άλλα από την στιγμή που πήρα τη πρώτη μου φωτογραφική μηχανή (μια ρώσικη πλαστική 35 χιλιοστών, με 300δρχ το 1967). 
Η φωτογραφία, η μουσική και ο κινηματογράφος (ο κολλητός της φωτογραφίας), είναι οι μορφές τέχνης που ανακάλυψα μόνος μου. Τελειώνοντας το τότε γυμνάσιο ήξερα μόνο τα δικά μας γράμματα και Αγγλικά. Το κράτος μας την εποχή εκείνη όλα τα φωτογραφικά τα είχε δασμολογικά στα είδη πολυτελείας. Δεν είχαν καμιά απολύτως φωτογραφική  αισθητική γνώση ή κοινωνική ιδεολογία, ήμουν μαθητούδι. Να λοιπόν μια πτυχή της φωτογραφίας που της ξεφεύγει της συγγραφέως. Και δεν νομίζω πως σε όλο το κόσμο ήμουν ο μοναδικός φωτογράφος. Γνωρίζω αρκετούς ακόμη.
Η συμβολή της φωτογραφίας στη διαμόρφωση γνώσης.
Η άποψή της είναι εντελώς εσφαλμένη και τα παραδείγματά της μας λένε συνεχώς ότι η γνώση από τις φωτογραφίες είναι λάθος, για κλάματα δηλαδή. Η σχέση της φωτογραφίας  με το κινηματογράφο δεν την απασχολεί παρά μόνο όταν πρόκειται για επιχειρήματα που θα καταλήξουν σε αρνητικά συμπεράσματα και θέσεις. Το ίδιο αντλεί επιχειρήματα από τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική. Ακόμη και εκεί που πάει να βρει κάτι καλό, στο τέλος το συμπέρασμά της είναι αρνητικό. Από όσα διάβασα για αυτήν, ήταν αριστερής τοποθέτησης, έτσι για την ιστορία.
Δεν λέει κουβέντα για τον “Πολίτη Κέην” και την έξοχη φωτογραφία του, ούτε για τον Σβεν Νκβιστ, της φταίει όμως η “Κίνα” του Αντονιόνι, γιατί θίχτηκαν οι Κινέζοι. Έχει δίκιο. Δεν είχε γίνει όμως η σφαγή στη πλατεία Τιέν Αν Μεν.
Δεν έχει αντίρρηση στο κατευθυνόμενο μάτι, δεν φαίνεται όμως να γνωρίζει τη παροιμία του λαού μας “σ’ όλα υπάρχει νόμος, στα μάτια όχι όμως”, αλλά εμάς τους Έλληνες μας λυπόνται οι ξένοι.
Ούτε ανθρωπιά, ούτε ιστορία, ούτε παράδοση διαθέτουμε εδώ και 3.000 χρόνια και βάλε. Θα μου πείτε και που να ξέρει ο καθένας τις Ελληνικές παροιμίες, εντάξει.
Για τον Στάλιν, για το ΓΚΟΥΛΑΓΚ, για τον ΜΑΟ, για τον Χίτλερ και γενικότερα για το πού οδηγεί η βία και ο απόλυτος έλεγχος του ανθρώπινου νου, δεν της είπε κανείς; τις φωτογραφίες από τα κρεματόρια των Ναζί  και το ολοκαύτωμα των Ισραηλιτών δεν τις “απόλαυσε”; Γιατί δεν υπάρχουν αντίστοιχες φωτογραφίες από τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν; γιατί έχουμε τόσο υλικό από τη φρίκη του Βιετνάμ; και πως είναι δυνατό να μην αποτελούν μήνυμα κατά της βίας και του πολέμου αυτές οι φωτογραφίες. Πόσοι φωτορεπόρτερ έχουν πέσει από σφαίρες και ξύλο πάνω στην “δουλειά” και βασανιστήρια από αυτούς που δεν δέχονται την ελεύθερη διακίνηση ιδεών; μηλιά.
Γράφει σε ένα σημείο ότι οι αναγνωριστικές φωτογραφίες που τραβιούνται σε καιρό πολέμου έχουν σαν αποτέλεσμα το θάνατο ανθρώπων. Σύμφωνοι, αλλά αν έχουμε πόλεμο και αν είναι του εχθρού οι απώλειες τότε θα πρέπει να έχω πρόβλημα αν πιστεύω ότι η φωτογραφία είναι κακό πράγμα. Η τέχνη δεν σώζει ζωές, τις ομορφαίνει. Δεν αρνείται ότι η φωτογραφία είναι τέχνη, καταλήγει όμως πως είναι η χειρότερη τέχνη από όλες, πως τα έργα της έχουν μικρή και λανθασμένη αξία και οι καλλιτέχνες φωτογράφοι γενικά, εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους.
Απίστευτο; Οι φωτογράφοι είναι εκμεταλλευτές;
Μιλάμε για φιλοσοφία της πεντάρας!
Η τεχνική φωτογραφία σώζει ζωές με το παραπάνω και τη συμβολή αυτή της φωτογραφίας δεν την σχολιάζει. Δεν ξέρει, ή αγνοεί; Δέστε τα βιβλία ιατρικής, φυσικής, μηχανικής, ηλεκτρονικών. Αλήθεια τι έχει να πει η κυρία για τον τρόπο κατασκευής κυκλωμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών; Το 1973 δεν γνώριζε ίσως όλο το φάσμα των φωτογραφικών δυνατοτήτων, αυτό όμως δεν συγχωρεί τον αφορισμό ότι οι φωτογράφοι είναι απλοί παρατηρητές και οι  φωτογραφίες δεν συμβάλλουν τελικά στη δημιουργία καλύτερων συνειδήσεων και καλύτερης ζωής. Η κακή εφαρμογή και χρήση όλων των πραγμάτων φέρνει τα κακά αποτελέσματα. Το “παν μέτρο άριστον” δεν βλέπει ότι δεν έχει πλέον εφαρμογή παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις παγκοσμίως. Το πως θα ζούσαν οι άνθρωποι χωρίς τη δυνατότητα να απολαύσουν αυτό που τους αρέσει, δεν βλέπω να την απασχολεί. Από τη στιγμή που μερίδα ανθρώπων τη “βρίσκει με τη φωτογραφία” και όχι με τα ναρκωτικά, δεν βλέπω γιατί θα πρέπει η μερίδα αυτή να θεωρείται προβληματική. Ποιός επιτέλους είναι αυτός που θα μας λέει συνεχώς ότι αυτό είναι αξιοπρεπές και το άλλο όχι; Και αν οι θέσεις: “οι φωτογράφοι δεν προσφέρουν” (κάποιοι θίγονται), “οι φωτογραφίες λένε ψέματα” (η αλήθεια καίει), “οι φωτογράφοι δεν είναι καλοί άνθρωποι” (επειδή ξεσκεπάζουν αυτά που θέλουμε να είναι κουκουλωμένα) και πολλές ακόμη ανοησίες που περιέχονται στο βιβλίο, δεν είναι ρατσισμός, τότε τί είναι; 
 Για την εκμετάλλευση του έργου των φωτογράφων δεν φαίνεται να “πήρε κάβο”.
Ένα έχω να πω. Δεν είμαι τίποτα, έχω ανάγκη και το μερμηγκάκι, μου αρέσει αυτό που έκανα σαν εργασία, σαν τέχνη για προσωπική ευχαρίστηση. Και ποτέ δεν απαίτησα αμοιβή μεγαλύτερη από την ελάχιστη ηθικά επιτρεπτή, ή από κάποιο που δεν είχε. Το βιβλίο όμως αυτό δεν το δέχομαι, όχι γιατί θίγομαι, αλλά γιατί δεν δέχομαι την εικόνα που περνάει για τη φωτογραφία και τους Έλληνες συναδέλφους μου, τους ανά τον κόσμο επαγγελματίες και ερασιτέχνες φωτογράφους. Για την Αμερική, δεν πιστεύω ότι η κατάσταση είναι όπως βγαίνει μέσα από το βιβλίο, όσο για τη Κίνα, θα το εξέδιδε σίγουρα με έξοδά του, το εκεί “δημοκρατικό” καθεστώς της εποχής της που ποτέ δεν άφησε να ανοίξει ούτε μύτη κινέζου!
Για δύο λόγους μόνο αξίζει να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο-ντροπή. Να μάθει πως σκέφτονται (αν σκέφτονται και με τι σκέφτονται), οι εχθροί της φωτογραφίας, ο πρώτος λόγος. Ο δεύτερος λόγος είναι η πικρή αλήθεια για τη δύναμη της εικόνας και το που τραβάει η διαφήμιση. Εδώ τα λέει “έξω από δόντια" και συμφωνώ. Αλλά η φωτογραφία, δεν είναι μόνο διαφήμιση, και δεν είναι η φωτιά καταστρεπτική, αλλά η χρήση της.
Κατά τα άλλα το βιβλίο συνιστάται για διάβασμα και υπογραμμίσεις κατά βούληση. Όσο καιρό το διάβαζα έχανα τον ύπνο μου, βλέπετε είναι η αντίθετη γνώμη που κεντρίζει το ενδιαφέρον.
 Παρακαλούνται ωστόσο οι σεναριογράφοι όταν περιλαμβάνουν ρόλους φωτογράφων στα έργα τους, να ρωτάνε και κανένα φωτογράφο. Η εικόνα που βγαίνει προς το κοινό, είναι υποτιμητική για τους φωτογράφους, λάθος για το πως τραβιούνται ή δημιουργούνται οι φωτογραφίες και κάθε άλλο εκτός από τίμια.

Το έγραψα πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1996
Σήμερα, 2015 η Σόνταγκ δεν ζει πλέον.

Γιάννης Γλυνός
Φωτογράφος

stop, απαγορεύεται η φωτογράφιση






Προσοχή: δεν είναι φάρσα, δεν είναι πολιτικό κείμενο, δεν είναι φαντασία.
 Απαγορεύεται η φωτογράφηση;

Έχει συμβεί σε πολλούς γνωστούς, φίλους, σε μαθητές και μαθήτριες σχολών φωτογραφίας.
Μπορεί να συμβεί σε όλους όσους φωτογραφίζουν, οπουδήποτε, οποτεδήποτε.
Θα έλεγε κανείς πως στην δημοκρατική μας Ελλάδα η φωτογραφική μηχανή είναι κάτι σαν το κόκκινο πανί για το ταύρο.
Κι αν η απαγόρευση έρθει από το όργανο της τάξης, το ενδεδυμένο τη στολή υπηρεσίας, να είστε ευχαριστημένοι, ξέρετε με ποιο έχετε να κάνετε. Αν σας τύχει από κάποιο σεκιουριτά, ή από κάποιον άλλο δίχως στολή, τότε τα πράγματα θα ομαλοποιηθούν μόνο με την παρουσία του οργάνου και πάλι, αν δεν χάσετε την υπομονή και τη ψυχραιμία σας μέχρι τότε και μέχρι να βρεθεί. Ωστόσο ο χρόνος που θα χρειασθεί για την απεμπλοκή σας θα είναι ακόμη μεγαλύτερος.
-"γιατί φωτογραφίζεις; ρε δεν ακούς;"
 Σας άρεσε; Μου έχει συμβεί να μου φωνάζουν από 300 μέτρα μακριά!
Οι αποδείξεις για τον παραλογισμό των απαγορεύσεων είναι πολλές και μέχρι σήμερα στόχοι του παραλόγου γίνονται κυρίως όσοι κρατάνε -χειρίζονται στο ύπαιθρο μεγάλες μηχανές, πχ μια SLR/dSLR, ή μεγάλη και βαριά μηχανή όπως πχ ειδική για λήψεις μέσα σε εργαστήριο! Σαφώς τα Smartphone's και τα tablets δεν τα υπολογίζει κανείς, αν και αυτά κυρίως θα έπρεπε να προσέχουν τις πονηρές αυτές ημέρες που πραγματικά δεν ξέρει κανείς ποιος τα χειρίζεται.
Πχ, πρόσφατα (Νοέμβριος 2015) είδαμε όλοι οι επιβάτες στο μετρό με μεγάλη έκπληξη έναν εξαθλιωμένο κουλτουριάρη ρακοσυλλέκτη φορτωμένο "σαβούρα" να κρατά και να λειτουργεί  ένα smartphone τελευταίου τύπου και από τα πλέον ακριβά! σαφώς και έχει το δικαίωμα να κατέχει ότι θέλει, αλλά στο σύνολο, κάπου κολλάει το gadget!
Είναι πλέον τόσο συχνά τα περιστατικά βίας εναντίον φωτογράφων που αναρωτιόμαστε αν υπάρχει νόμος που απαγορεύει ολοκληρωτικά τη φωτογράφηση με μια καλή μηχανή.
Σπανιότερα θα συμβεί το ίδιο και με κάποιον που φωτογραφίζει με κόμπακτ και δεν έχει ακουστεί ακόμη κάτι για αυτούς που φωτογραφίζουν με κινητό τηλέφωνο που είναι εφοδιασμένο με φωτογραφική μηχανή. Σαν να λέμε δηλαδή ότι με ένα τηλέφωνο που έχει καλή ψηφιακή φωτογραφική δεν τρέχει κάστανο, προς το παρόν. Λογικά, εκ πείρας, δεν πρέπει ο φωτογράφος να τραβάει τη προσοχή κανενός. 
 Η προσωπική μου εμπειρία των αδικαιολόγητων φωτογραφικών απαγορεύσεων σε δημόσιους χώρους περιλαμβάνει πολλά επεισόδια, προσβολές και προσβολές κάθε είδους. Όμως το θέμα δεν είναι να παραθέσουμε περιστατικά αλλά να βρούμε λύσεις ώστε να μην φθάσουμε σε αυτά, αν γίνεται ασφαλώς. Άκουσα συνάδελφο ρεπόρτερ να λέει πως λιγότερα, έως ελάχιστα προβλήματα είχε στα πολεμικά μέτωπα, αλλά στην Αθήνα πραγματικά κινδύνευσε πολλάκις!
Το θράσος των ανεγκέφαλων μπορεί να φθάσει μέχρι τη δια της βίας απόσπαση φωτογραφικής μηχανής, καταστροφή του φιλμ, διαγραφή της κάρτας μνήμης στην ψηφιακή μας εποχή. Και αυτό το έχω υποστεί σε παρουσίαση μάλιστα ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής στην Ολλανδία!
Η τεχνολογία δεν τους είναι άγνωστη, κάνουν πως αγνοούν το νόμο και εδώ μιλάμε για ληστεία, καταστροφή πνευματικής ιδιοκτησίας, εργασίας που ενδεχόμενα έχει αναλάβει ο φωτογράφος έναντι αμοιβής που περιέχεται στη κάρτα μνήμης και δεν είναι φωτογραφίες που πάρθηκαν πριν αρχίσει το επεισόδιο.  
Μην νομίσετε όμως ότι μόνο εδώ στην Ελλάδα συμβαίνουν αυτά. Κάποιοι φωτογράφοι έχουν βρει τη πρόχειρη λύση να απαντούν στη τρέλα κάνοντας το... τρελό και να απαντούν στο "απαγορεύεται η φωτογράφηση" σε γλώσσα διεθνή και ταυτόχρονα με προφορά που να ακούγεται άγνωστη στους  κατά τόπους «ιθαγενείς».
- «Εγκώ; Ντεν καταλαβαίνει νιέντε, μα τι λέει εσύ» ;
Γελάστε λοιπόν, αλλά να ευχόσαστε να μην σας τύχει.
Ένας πιθανός νόμιμος λόγος απαγόρευσης φωτογράφησης σε δημόσιο χώρο είναι οι λόγοι ασφάλειας.
 Ωστόσο θα πρέπει να υπάρχει ενημερωτική πινακίδα σε εμφανές σημείο, κάτι που συμβαίνει σπάνια πλέον. Και πάλι, παρά το ότι υπάρχει η σχετική πινακίδα  πχ στο Mall, όλοι οι νεολαίοι φωτογραφίζουν και φωτογραφίζονται με τα κινητά τους. Και καλά κάνουν καθώς οι κάμερες ασφάλειας καταγράφουν όλους και όλα εφόσον ο χώρος είναι μεν ιδιωτικός πλην όμως η χρήση είναι δημόσια. Δηλαδή, οι κάμερες μπορεί να μας φωτογραφίζουν, εμείς δεν μπορούμε να βγάλουμε τη παρέα μας; Στο Mall, μια φορά, ο σεκιουριτάς ζήτησε τη μηχανή (μια sony r1) ενός φίλου και συνάδελφου, την ώρα που ο καθένας νεαρός φωτογράφιζε με το κινητό του!
Ιδιωτικότητα σε δημόσιο χώρο; μα είμαστε σοβαροί; οι δορυφόροι και οι αόρατες κάμερες τα βλέπουν όλα και οι όποιες διαμαρτυρίες σπάνε τα μούτρα τους στην απρόσωπη παντοδυναμία του Google maps και street view.
Όλος αυτός ο παραλογισμός των απαγορεύσεων όμως δεν άρχισε ίσως για λόγους εθνικής ασφάλειας. Προέκυψε από την ταχύτατη διάδοση των φωτογραφικών μηχανών και ειδικά των ψηφιακών, καθώς ολοένα περισσότεροι ανακαλύπτουν τη φωτογραφία και βγαίνουν στους δρόμους και στο ύπαιθρο με μια μηχανή στο χέρι. Δεν θα διαφωνήσω πως μερικοί επειδή κρατάνε μια φωτογραφική μηχανή γίνονται τρομερά ενοχλητικοί και δεν σέβονται κανένα στην επιθυμία του να μείνει αθέατος, ανώνυμος, ιδιώτης. Όμως και οι πονηροί προβάλλουν ως επιχείρημα ότι θίγονται τα ευαίσθητα προσωπικά τους δεδομένα, τάχα.
Στη συνέχεια οι ασάφειες του νόμου σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα, τι είναι δημόσιος χώρος και τι ιδιωτικός, οι γνωμοδοτήσεις της αρχής προσωπικών δεδομένων που να σημειώσουμε δεν είναι νόμοι του κράτους, αλλά συμβουλές, έφεραν τα επάνω κάτω. Κι όμως η φωτογραφία είναι τέχνη κατά το νόμου και η απαγόρευση φωτογράφισης είναι λογικά λογοκρισία. Τι άλλο;
Τώρα επικρατεί το χάος στις σχέσεις των πραγματικών φωτογράφων με το κοινό και η ασυδοσία των σεκιουριτάδων και όλων των άλλων που όταν βλέπουν καλή φωτογραφική μηχανή κάτι παθαίνουν.
Πολλοί δείχνουν να ξεχνάνε ότι σε δημόσιο χώρο ισχύουν μόνο οι νόμοι του ελληνικού κράτους, αν μιλάμε για Ελλάδα. Έτσι ο κάθε πονηρός δίνει τις δικές του ερμηνείες του νόμου και των γνωμοδοτήσεων κατά πώς τον βολεύει και επεκτείνει τα χωρικά του ύδατα μέχρι εκεί που φθάνει το μάτι του, αλλά δεν αναγνωρίζει τι ίδιο δικαίωμα στο δημόσιο χώρο και στο φωτογράφο. 
 Κι όμως Δημόσιος είναι ένας χώρος που όλοι έχουμε πρόσβαση, δεν θα βρωμήσουμε, δεν θα αποπατήσουμε και δεν θα ενοχλήσουμε τον διπλανό μας, είτε με την συμπεριφορά είτε με την απουσία ενδύματος, ή δημιουργίας εντάσεων και θορύβων. Αν κάποιος θέλει να βγει χωρίς ρούχα στο χώρο αυτό, ο φωτογράφος μπορεί να τον φωτογραφήσει, αλλά το θέμα είναι ξεκάθαρο για το τι είναι δημόσιο και τι ιδιωτικό. Αν κάποιος ενοχλείτε επειδή τον βλέπω, ας βγει έξω από το βλέμμα μου!
Όμως, «τα εν οίκω μη εν δήμω». Δηλαδή ο δημόσιος χώρος δεν είναι ούτε σφαγείο, ούτε κρεβατοκάμαρα. Πχ δείτε τι γίνεται στα γήπεδα! Είναι να μη βγάλεις φωτογραφίες όταν καίγεται το πελεκούδι και πέφτει το ξύλο της αρκούδας;
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, να τη πάλι η τρομοκρατία, η τυφλή βία και το θράσος όλοι αυτοί να έχουν και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που δεν πρέπει να τα θίξουμε! Μα είναι άλλο η φωτογράφιση, και άλλο η δημοσίευση.
Μπροστά στην απειλή της τρομοκρατίας, κάθε άλλη συζήτηση για τη προστασία του δικαιώματος φωτογράφισης και προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, μπαίνει στην άκρη και κάθε ένας που κρατάει μηχανή, ή φωτογραφίζει μοιραία γίνεται ύποπτος στα μάτια κάθε ανόητου, ή πονηρού. Το θέμα είναι ποιος φωτογράφος το αντέχει αυτό.
Μετά από μερικά τυφλά κτυπήματα, είναι λογικό και αναμενόμενο ο πάσα ένας να υποπτεύεται πως ο καθένας που φωτογραφίζει οτιδήποτε, οπουδήποτε, πιθανό να θέλει τις φωτογραφίες για κάποιο καταχθόνιο και ύπουλο τρομοκρατικό κτύπημα!
Μια λύση, όχι η μόνη, είναι να γίνει περισσότερο σαφής ο νόμος και να ξεκαθαρίσει μια και καλή πως ότι οτιδήποτε συμβαίνει ή εκτίθεται σε κοινή θέα σε δημόσιο χώρο, δρόμο, μπορεί να φωτογραφηθεί, ή απλά απαγορεύεται κάθε φωτογράφιση σε δημόσιο χώρο για λόγους ασφάλειας. Έτσι για να τελειώνουμε μια και καλή με τους φωτογράφους. Δηλαδή, κανείς να μην ενοχλεί το φωτογράφο, πέρα από το ένστολο όργανο της τάξης, λέω τώρα.
Διαφορετικά,, οι φωτογράφοι μπορεί να στήνονται και στο τοίχο, στα εννέα βήματα για να είμαστε απολύτως σίγουροι.
Όμως αν οι νόμοι ήταν ξεκάθαροι και το μυαλό μας δεν ήταν τόσο βρώμικο, τα προβλήματα θα λυνόντουσαν δίχως εντάσεις και αγωγές.
Ο φωτογράφος δεν μπορεί να γνωρίζει αν ανάμεσα στο πλήθος μιας πλατείας υπάρχει κάποιος που δεν θέλει να βγει στη φωτογραφία. Κάποια οδηγία λέει, πως θα πρέπει να ζητήσει ο φωτογράφος άδεια από τον ίδιο το φωτογραφούμενο, όλους τους παρόντες δηλαδή. Πόσες άδειες για τη λήψη μιας φωτογραφίας αν θέλει να τη δημοσιεύσει κάπου, κάποτε, δεν μας λέει κανείς. Κι ο καθένας μπορεί να ζητήσει τα ρέστα του όταν δει μια φωτογραφία όπου ίσως και είναι μέσα στο πλήθος. Δεν λέει κανείς πουθενά πως δεν μπορεί ο φωτογράφος να πάρει φωτογραφίες, λέει απλά πως δεν μπορεί να τις δημοσιεύσει δίχως έγγραφη άδεια των προσώπων που φαίνονται. Αλλά ποιός μπορεί να ξέρει ποιοί διακρίνονται σε μια μακρινή λήψη; Και μετά από 45 χρόνια αν δημοσιευτεί μια φωτογραφία ποιός θα θυμάται αν ήταν μέσα σε αυτή, ή όχι; 
 Δεν μπορεί να σκάει μύτη ο καθένας από το πουθενά και να κάνει φασαρία για όποιο λόγο θέλει, ειδικά αν ο φωτογράφος είναι επαγγελματίας, ή κάποιος καλλιτέχνης, γιατί υπάρχουν και αυτοί. Σε κάθε ανάλογη περίπτωση, η απαγόρευση φωτογράφησης για τον καλλιτέχνη φωτογράφο, ή τον σοβαρό ερασιτέχνη, ισοδυναμεί με λογοκρισία, με τιμωρία για εγκληματική ενέργεια που δεν διέπραξε ή δεν είχε την πρόθεση να διαπράξει. Όπως δεν μπορεί ο φωτογράφος να κατασκοπεύει κάποιον με τον υπέρ-τηλεφακό του ή να τον ενοχλεί με την παρουσία του τραβώντας φωτογραφίες από κοντά. Αυτό που εμείς δεν θέλουμε δεν πρέπει να το κάνουμε στους άλλους, σίγουρα.
Υπάρχει πραγματική σύγκρουση στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, τόσο του κοινού, όσο και των φωτογράφων, όμως θα πρέπει να φθάσουμε το ταχύτερο δυνατό σε μια σύσκεψη πανελλήνια και στη συνέχεια παγκόσμια καθώς απέχουμε ένα μόνο βήμα από τη βία που προκαλεί η αδικία. Η υπόθεση πρέπει να ξεκαθαρίσει γρήγορα και ως σύγχρονη χώρα με Δημοκρατία και παράδοση στο πολιτισμό και τις ανθρώπινες αξίες έχουμε τα μέσα να δώσουμε λύσεις σε όλα τα θέματα, μόνο που οι όποιες λύσεις πρέπει να είναι δίκαιες για να τις σεβαστεί ο κόσμος.
Για τη δημοσίευση φωτογραφιών υπάρχει ηθικό πρόβλημα αν εικονίζονται άνθρωποι που δεν παρανομούν άμεσα και αν από τη φωτογραφία βγουν χρήματα, ή από την λεζάντα της θίγονται τιμή, υπόληψη κλπ το πρόβλημα είναι σοβαρό και έχουμε θέμα. Αν όμως καταγράφονται στις φωτογραφίες παρανομούντες τι γίνεται; Μου έχει συμβεί και αυτό, δηλαδή ο παραβάτης και παραλίγο πρόξενος ατυχήματος να ζητάει τα ρέστα επειδή έτυχε κυριολεκτικά τη στιγμή εκείνη εγώ να τραβήξω μια φωτογραφία για κάποια δοκιμή και δίχως άλλη πρόθεση. Ο παραβάτης ήρθε κοντά και με ενημέρωσε πως τον φωτογράφισα τη στιγμή που έκανε παράβαση και ήθελε να καταστρέψω το φιλμ! Και που ήξερα εγώ αν είχε βγει και τι ακριβώς στη φωτογραφία; Δεν έπρεπε πρώτα να εμφανίσω;
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό στη χρήση των φωτογραφιών.
Οι φωτογράφοι -ρεπόρτερ τις πουλάνε χωρίς λόγια και σχόλια και οι εκδότες βάζουν τις «πιασάδικες» λεζάντες που πιστεύουν ότι θα κινήσουν το λαίμαργο ενδιαφέρον του κοινού. Για τους φωτογράφους κάθε φωτογραφία που πουλιέται, είναι σαν το μήνυμα στο μπουκάλι που δεν γνωρίζουν τον αποδέκτη αλλά ούτε και το μήνυμα χωρίς τίτλο που το βάζουν στο μπουκάλι αφού δεν θα γράψουν αυτοί την λεζάντα. Αρκεί να πούμε ακόμη μια φορά πως η φωτογραφία μόνο δείχνει κάτι που έγινε, δεν υπάρχει συνέχεια ούτε πριν, ούτε μετά, δεν μιλάει η φωτογραφία, λέξη δεν βγάζει. Μόνο το βίντεο μπορεί να μας δείξει την αληλουχία.
Μερικοί νομίζουν ότι είναι πολύ απλό και εύκολο να χειρισθεί κανείς την εξουσία  αν τους δοθεί και την εφαρμόζουν επί δικαίων και αδίκων.
-«Δώστε εξουσία στον τελευταίο εξαθλιωμένο εργάτη και θα γίνει χειρότερος από τον Χίτλερ», είπε ένας μεγάλος.
Για τον αδύναμο φωτογράφο, ερασιτέχνη, επαγγελματία, καλλιτέχνη, ρεπόρτερ, τουρίστα, μαθητή σχολής φωτογραφίας, μέλος κάποιας λέσχης ή φωτογραφικής ομάδας, το πρόβλημα είναι αν μπορεί να αντέξει τις προσβολές, τις δυσκολίες της δημιουργικής φωτογράφησης. Κάθε φορά που θα πλησιάσει κάποιος τον φωτογράφο για να του επιβάλλει την απαγόρευση φωτογράφησης σε δημόσιο χώρο εφόσον δεν υπάρχει πινακίδα, ή άλλη ενημέρωση, είναι λογικό ο φωτογράφος να νιώσει ότι θίγονται τα δικαιώματά του να ζει και να δημιουργεί. Το δικαίωμα λοιπόν της ιδιωτικής απομόνωσης και της προσωπικής ζωής δεν είναι κάτι που θα πρέπει να  αναζητήσουν οι άνθρωποι στο ευρύτερο δημόσιο χώρο, ή σε μια ερημιά. Και αν έφτασαν πρώτοι εκεί είναι στη διακριτική ευχέρεια του εισβολέα φωτογράφου να μην φωτογραφήσει με την dSLR ή όποια άλλη μηχανή έχει. Αλλά γιατί άραγε δεν αντιδρά κανείς στη θέα του τηλεφώνου με φακό; Ίσως γιατί δεν παίρνει στα σοβαρά τη συσκευή, ή ίσως γιατί το μήνυμα πλέον είναι ξεκάθαρο πως όλοι έχουμε δικαίωμα στη χρήση του δημόσιου χώρου χωρίς καμιά ήξεις-αφήξεις ερμηνεία. Είναι τόσο προσωπική η συσκευή του τηλεφώνου και τόσο μικρή που ίσως δεν τραβάει την προσοχή ή δεν θεωρείται απειλή.
 Η φωτογραφία όμως δεν είναι κάτι ανάλογο με το κάπνισμα που μπορεί να απαγορευθεί εφόσον καταστρέφει την υγεία. Η φωτογραφία είναι μια δημιουργική εκδήλωση του ανθρώπινου πνεύματος και των δεξιοτήτων του ανθρώπου και θα πρέπει όλοι οι δημιουργοί του κόσμου να στηρίξουν τις όποιες προσπάθειες των φωτογράφων να φωτογραφίζουν ελεύθερα στους δημόσιους χώρους, στο ύπαιθρο.
Μην ξεχνάμε ότι όταν κτυπάει η καμπάνα των απαγορεύσεων δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε για ποιόν κτυπάει, γιατί κτυπάει για εμάς. Μιλάμε πλέον για χαμένη δημιουργική ελευθερία, λογοκρισία, βία, τρομοκρατία, προσωπικές ευαισθησίες και ζητήματα που πρέπει να λύσουμε πριν είναι πολύ αργά. Ωστόσο, αυτός που θέλει να παρανομήσει θα το πετύχει και δεν πρόκειται μια απαγόρευση να τον σταματήσει. Όταν ο άλλος μπαίνει αποφασισμένος για μακελειό,  ζωσμένος εκρηκτικά, με το καλάσνικοφ, με το ούζι και το αυτόματο σαρανταπεντάρι, η φωτογραφία και οι απαγορεύσεις της αρχής προσωπικών δεδομένων θα τον σταματήσουν;
 Ο ερασιτέχνης φωτογράφος που του αρέσει να φωτογραφίζει δρόμους, πλατείες, το πολύχρωμο πλήθος δεν είναι εγκληματίας, ούτε ο επαγγελματίας.  Αν ήθελαν φωτογραφίες χωρίς κόσμο θα πήγαιναν στο βουνό, ή στην έρημο. Αλλά και εδώ θα βρεθεί ο πονηρός και κανένας νόμος δεν θα προστατέψει το μοναχικό φωτογράφο από τη βία. Κάθε χρόνο θρηνούμε ζωές συναδέλφων που κρίνονται ως «αναλώσιμοι» από τα ΜΜΕ.
Το θέμα των ανόητων και παράλογων απαγορεύσεων φωτογράφησης θα πρέπει άμεσα να συνδεθεί με την κατάχρηση εξουσίας, κι αν κάποιος δεν θέλει να φωτογραφηθεί σε δημόσιο χώρο, πράγμα πέρα για πέρα σεβαστό, μπορεί να το ζητήσει από το φωτογράφο, όταν τον αντιληφθεί, πρέπει να αρκεί να το δηλώσει. Όχι βία, όχι καταστροφή υλικού και εξοπλισμού. Μια, δυο βαρβάτες ποινές αρκούν για να έρθει η λογική στα ίσια της.
Κι ο φωτογράφος δεν επιτρέπεται να κατασκοπεύει, είναι όμως ελεύθερος να φωτογραφίζει ότι βλέπει, πρέπει να είναι παρών με το φακό και έχει εκπαιδευτεί για αυτό, γιατί ο Δημόσιος Χώρος ανήκει σε όλους, κι αν εγώ βλέπω μια πλατεία με κόσμο, ή ένα δρόμο, μια διαμαρτυρία ίσως, μια εκδήλωση, πρέπει να φωτογραφίσω όπως το βλέπω χωρίς να παραποιώ τίποτα. Στο κάτω- κάτω καταγράφει αυτό που συμβαίνει. Το γιατί συμβαίνει ας το κατανοήσουν οι άλλοι. Διαφορετικά μιλάμε για λογοκρισία, κατευθυνόμενη τέχνη, φασισμό, και όλοι γνωρίζουμε που οδηγούν αυτά. Η φωτογραφία δείχνει την φωτογραφισμένη πραγματικότητα, κατά την αισθητική και διακριτική ευχέρεια του φωτογράφου. Κάθε λήψη που δεν έχει υποστεί επεμβάσεις, έχει υπάρξει πριν στο χώρο και το χρόνο. Αν αυτό ενοχλεί, σίγουρα κάποιο μικρό, ή μεγάλο λάκκο έχει η φάβα!
Για το θέμα αυτό είχα ενημερώσει την άνοιξη του 2007 και την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων καθώς μαθητές μου και φίλοι που ασχολούνται με τη φωτογραφία δρόμου με ρωτούσαν τι να κάνουν σε ανάλογες περιπτώσεις. Η επιτροπή είχε βάλει στο πρόγραμμα να εξετάσει το όλο θέμα στο τέλος του 2007 και όχι αργότερα από τις αρχές του 2008, ωστόσο παραιτήθηκε όπως είναι γνωστό και εγώ δεν ασχολήθηκα ξανά. Όμως άλλο μια γνωμοδότηση, άλλο νόμος. Ο νόμος προστατεύει το δημόσιο αίσθημα, την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια, την άσκηση των επαγγελμάτων, την τάξη, την πληροφόρηση και την ενημέρωση. Αυτός ο κόσμος πρέπει να διατηρηθεί και να βελτιωθεί όταν χρειασθεί με την ευθύνη των πολιτών που φυλάσσουν το νόμο, όχι με την επιβολή απαγόρευσης φωτογράφησης σε δημόσιους χώρους από τους σεκιουριτάδες και τις αυθαίρετες ερμηνείες του νόμου κατά πως βολεύει τον καθένα.
Αλλοίμονο αν καταλήξουμε στην ανάγκη παρουσίας του οργάνου για να κρατήσουμε τη τάξη. Το όργανο πρέπει να είναι ο φίλος μας , όχι ο μπαμπούλας για να κάνουμε το σωστό. Άλλοι πρέπει να φοβούνται το όργανο...
Το μόνο σίγουρο είναι πως αν η δημιουργική δύναμη που καίει τη ψυχή του  κάθε φωτογράφο είναι μεγάλη, δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να περάσει κανενός είδους απαγόρευση και το αποτέλεσμα θα είναι το αντίθετο. Το αποτέλεσμα θα είναι να φωτογραφίζουν όλοι με πάθος και μοναδικό ζήλο για να γεμίσουν τις ιστοσελίδες με φωτογραφίες που κατά τα άλλα κάποιος έχει απαγορεύσει τη φωτογράφηση. Μια βόλτα στο διαδίκτυο ακόμη και τώρα αρκεί για να καταλάβει ο καθένας τον παραλογισμό αυτό. Γιατί η τέχνη ξεφυτρώνει εκεί όπου υπάρχουν πραγματικά προβλήματα, περιορισμοί, στέρηση, απαγορεύσεις, δυστυχία, καταστροφές και αδικία.
Ο Καποδίστριας απαγόρευσε την πατάτα και έτσι όλοι μετά από λίγοι έτρωγαν πατάτες. Πάνω από όλα για τους φωτογράφους το θέμα είναι ο άνθρωπος, κι ας φέρεται άδικα και παράλογα μερικές φορές. Το γνωρίζουμε αυτό και επιμένουμε να φωτογραφίζουμε ανθρώπους,  και τελικά αυτός που απαγορεύει τη φωτογράφηση για να τους προστατέψει λέει, δεν τους αγαπάει και δεν τους υπολογίζει. Κι αν κλείσουμε τα μάτια και τους φακούς των φωτογραφικών μηχανών μας σε όσα συμβαίνουν, ρωτάω εγώ, θα σταματήσουν να συμβαίνουν;
Να θυμίσουμε ότι θαυμάσια έργα τέχνης (κινηματογράφος, θέατρο, φωτογραφίες, βιβλία κλπ) έγιναν κάτω από ολοκληρωτικά καθεστώτα και παράλογες απαγορεύσεις. Εμπρός λοιπόν. Απαγορεύστε τις φωτογραφίες σε όλους τους δημόσιους χώρους και δώστε μας ιδέες και κίνητρο για να ασχοληθούμε με τη φωτογραφία. Διαγράψτε και το επάγγελμα του φωτογράφου, έτσι κι αλλιώς τον θέλετε μόνο για γάμους, βαπτίσεις και ταυτότητες!
-Παρακαλώ, ακολουθήστε με για ταυτοποίηση στοιχείων και παραδώστε τη φωτογραφική μηχανή, τώρα.
Εύχομαι να μη σας συμβεί ποτέ.
Από αντίδραση και μόνο, καμιά φωτογραφία δεν θα έπρεπε σε αυτό το κείμενο! 
Αλλά, φωτογράφος είμαι που να πάρει και να συκώσει!


Γιάννης Γλυνός



Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

seven samourai



Επτά σαμουράι: το διαχρονικό western

Πριν παρακολουθήσω τους θαυμάσιους 7 σαμουράι του Α. Κουροσάβα, είχα δει το "και 7 ήταν υπέροχοι". Αν καλά θυμάμαι.
Στη δεύτερη ταινία, the magnificent seven, υπάρχει ένας μύθος, μια ιδέα, μια κεντρική ιστορία που αναφέρεται στην εποχή των πιστολάδων της θρυλικής αμερικάνικης δύσης, στη προσπάθεια μιας μικρής κοινότητας αγροτών να σταθεί στα πόδια της ζώντας στοιχειωδώς  με όσα παράγει με κόπο και ιδρώτα. Αλλά οι κακοί ληστές τους αφήνουν μόνο όση τροφή αρκεί για να εργάζονται, παίρνουν όλη την άλλη τροφή για να τραφούν αυτοί και να αγοράσουν όπλα και πυρομαχικά για να εκβιάζουν και τρομοκρατούν τους ειρηνικούς και άοπλους αγρότες. Δεν υπάρχει κράτος και αστυνομία ικανή να προστατέψει τους αγρότες, η κρίση στη δύση έχει αρχίσει και οι πιστολέρο καθώς και οι ληστές δύσκολα επιβιώνουν. Δεν υπάρχει πλέον θέση για αυτούς στη κοινωνία.
Ανάλογη είναι και κεντρική ιδέα των επτά σαμουράι. 
Η ίδια ιστορία, με μικρές παραλλαγές, έχει κινηματογραφηθεί στην σκηνοθετημένη μεσαιωνική Ιαπωνία, την εποχή των θρυλικών σαμουράι που ήταν αφοσιωμένοι στον άρχοντα. Οι πολεμιστές αυτοί έβαζαν τιμή και πολεμική αξιοσύνη πάνω από όλα. Υπήρχαν πάντα και σκάρτοι όπως συμβαίνει στις κοινωνίες και έχει καταγράψει η ιστορία.
Και εδώ οι αγρότες υποφέρουν, οι ληστές τους βιάζουν ψυχικά κλέβοντας όλη τη τροφή και αφήνοντας μόνο την ελάχιστη για να μην πεθάνουν. Θέλουν με τη βία και τη πείνα να κρατήσουν τους τρομοκρατημένους σκλάβους, αλλά ζωντανούς. Ξέρουν πως ως ληστές τους έχουν ανάγκη τους αγρότες, ωστόσο αν χρειαστεί θυσιάζουν μερικούς, όπως τα πιόνια στο σκάκι. 
Δεν υπάρχει και πάλι κράτος, ή άλλη εξουσία να τους προστατέψει. Είναι άοπλοι, ειρηνικοί, πρόβατα που δεν τα τρώει όλα ο λύκος για να μη πεθάνει κι αυτός από τη πείνα.
Οι σαμουράι που θα αναλάβουν να τους σώσουν, αν μπορέσουν, είναι ο καθένας διαφορετικός, με δική του προσωπικότητα και αξιοσύνη. Το ίδιο και οι πιστολέρο. Κάποιοι ήταν διανοούμενοι, άλλος νέος και αιθεροβάμων, άλλος κυνηγούσε χίμαιρες, χρυσό, άλλος είχε μόνο έναν αντίπαλο, τον ίδιο τον εαυτό του. Και στις δυο ταινίες οι χαρακτήρες των ηρώων πολεμιστών, είναι σχεδόν ίδιοι, μάχονται για το καλό και τους αδύνατους, σαν τους παλιούς ιππότες, σαν το δον Κιχώτη. Μόνο που δεν τα έχουν χαμένα, ξέρουν πως είναι οι τελευταίοι του είδους τους και στην αμερικάνικη δύση, και στην μεσαιωνική Ιαπωνία.
Η ασπρόμαυρη ταινία του Κουροσάβα είναι ποιητική, θαυμάσια, αφαιρετική, συμβολική, κλασσική. Την έχω δει πάρα πολλές φορές και κάθε φορά με παρασέρνει το σενάριο, ξεχνάω όλα τα άλλα, μαγεύομαι και από τη θαυμάσια φωτογραφία.
Πρόσφατα και πάλι την είδα. Κατά σύμπτωση, μετά δυο-τρεις ημέρες είχαμε το τρομοκρατικό ξέσπασμα στη Γαλλία. Η βία και η τρομοκρατία ξεσπάνε καθημερινά πλήττοντας τους άμαχους, τους νομοταγείς, τα υποζύγια, τους φτωχούς που ζουν πλέον μόνο για να πληρώνουν τη τροφή τους και τους φόρους, τα δανεικά και τη παγκόσμια διεθνοποίηση του εμπορίου.
Το κράτος και τα όργανά του είναι τα διεθνή όργανα. Οι αγρότες είναι όλοι οι εργάτες και εργαζόμενοι της φτώχειας και ατέλειωτης βίας που βιώνουν από τους δανειστές και τα χρέη. Οι επτά σαμουράι είναι πλέον οι κάθε λογής επαναστάτες, ιδεολόγοι, οργισμένοι που οργανώνουν και υποκινούν της γης τους κολασμένους να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Όμως, άλλο ένοπλος αγώνας εναντίον ενός γνωστού και οπλισμένου εχθρού, (στρατός με στρατό) και άλλο η τυφλή και βία και τρομοκρατία που κτυπάει ακόμη και αυτούς που κόπτεται πως θέλει να σώσει και να προστατεύσει.
Οι επτά σαμουράι και οι επτά πιστολέρο δεν ήταν τρομοκράτες. Ούτε οι αγρότες ήταν. Ούτε και οι ληστές θα πουν μερικοί πως ήταν τρομοκράτες αφού αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη βία καθώς δεν είχαν ούτε τη γη, ούτε τη γνώση και τα εργαλεία για να τη καλλιεργήσουν. 
Το πρόβλημα της βίας για όλους τους εμπλεκόμενους έχει ήδη καταγραφεί και στις δυο ταινίες .
Διαφαίνεται ήδη πως τα πρόβατα μπορεί να γίνουν τελικά ποιο επικίνδυνα από τους λύκους αν αυτοί που θα αναλάβουν να τους εκπαιδεύσουν τους κάνουν μαχητές της ελευθερίας. Οι τρομοκράτες αυτό εκμεταλλεύονται, το θάνατο για την ελευθερία από τη κόλαση της ζωής . Δηλαδή θέλουν να αναγκάσουν τους μη έχοντες στον ήλιο μοίρα και μέλλον, να τα βάλλουν με τη βία των κρατών, των διεθνών οργανισμών και των δανειστών. Να καταστρέψουν τυφλά και ανώνυμα ζωές και ύλη, πολιτισμό και υποδομές. Η σκέψη όμως των 7 σαμουράι και των 7 πιστολέρο ήταν να διδάξουν τους αγρότες να σταθούν όρθιοι κι αν χρειαστεί, τότε να πολεμήσουν. 
Υπάρχουν αρκετές φράσεις στις ταινίες αυτές που δείχνουν το μέλλον του εξαναγκασμού των ειρηνικών και άμαχων αγροτών από τη στιγμή που θα πάρουν τα όπλα. Αυτό δεν πρέπει να ξεφεύγει από κανένα. 
Πρώτο, όλοι αυτοί οι ηρωικοί μαχητές, πιστολέρο και σαμουράι, ήταν κάποτε αγρότες. Αν δεν πεθάνουν στη μάχη, θέλουν να καταλήξουν σε μια ήρεμη ζωή σε ένα κτήμα.
Δεύτερο η φτώχεια, η βία και ο πόλεμος τους ανάγκασαν να πάρουν τα όπλα, όμως δεν κατάληξαν σαν τους ληστές, αλλά δημιούργησαν το δικό τους κώδικα τιμής, δεν έγιναν άτιμοι. Ειδικά ο κώδικας των σαμουράι ήτνα πολύ αυστηρός, έφτανε μέχρι στο χαρακίρι γι ατη τιμή και μόνο.
Τρίτο, από τη στιγμή που σκότωσαν ή θα σκοτώσουν το πρώτο εχθρό, δεν υπάρχει γυρισμός.
Τέταρτο, όσο ατρόμητοι και έμπειροι κι αν είναι φοβούνται όπως όλοι το θάνατο.
Με τη ζωή τους και τις πράξεις τους, την αφοσίωση και τον ηρωισμό τους δίδαξαν τους αγρότες και τους χωρικούς πως ηρωισμός δεν είναι μόνο να σκοτώνεις αλλά και να ζεις μαχόμενος τη φύση κάθε ημέρα για να εξασφαλίσεις τροφή και ζωή στη οικογένεια και συνοχή στη κοινωνία που σε περιβάλλει.
Πέρα από την αισθητική ειδικά της ταινίας των επτά σαμουράι του Α. Κουροσάβα, τα μηνύματα για τις σύγχρονες κοινωνίες είναι πολλά. Κι αν δεν έτυχε να τη δείτε, δεν χάθηκε ο κόσμος. Κάθε βράδυ τα δελτία ειδήσεων είναι γεμάτα πράξεις "ανδρείας", "ηρωισμού", "ανθρωπισμού", εικόνες βίας, τρομοκρατίας, πνιγμών αθώων παιδιών, μητέρων και κολασμένων με έντρομα μάτια που αναζητούν μια νέα πατρίδα, λίγη τροφή, δικαιοσύνη και ασφάλεια.
Οι γιαπωνέζοι σαμουράι δεν υπάρχουν πλέον, δεν έμεινε κανένας ζωντανός κι ο κόσμος πάει από το κακό στο χειρότερο.
Κυριακή βράδυ, 22 Νοεμβρίου 2015, βία στη λεωφόρο και αστυνομία στους δρόμους, στρατός στους δρόμους της Ευρώπης, μάχες στη μέση ανατολή, καταστροφές, απειλές, τζιχαντιστές κλπ. Φόβος και τρόμος στο πλανήτη. Μετά τη πτώση των δίδυμων πύργων είπα:
-τίποτα δεν θα είναι όπως πριν, ποτέ.

Γιάννης Γλυνός


Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Ταξιδιωτική φωτογραφία




 Άσχετα από τι μας εξιτάρει περισσότερο, ο δρόμος, η ο προορισμός, κάθε ταξίδι έχει τα δικά του χαρακτηριστικά. Η ορατή πραγματικότητα που μας προσφέρει κάθε τόπος έχει την δική της ποιότητα και ο φωτισμός επηρεάζει τη διάθεσή μας θετικά, ή αρνητικά.











Οι μήνες του καλοκαιριού ευνοούν τα ταξίδια, τις φωτογραφίες και γενικότερα τις αλλαγές. Διακοπές αδέλφια και πάμε να φύγουμε, δρόμο. Αν τώρα μερικοί διακόπτουν με το αζημίωτο από την εργασία  όλο το χρόνο, ε τι να κάνουμε, υποτίθεται ότι υπάρχει ένα μάτι που βλέπει τις αδικίες. Ωστόσο, άνοιξη και φθινόπωρο είναι για εμένα οι ποιο καλές εποχές για φωτογραφίες, όσο για το χειμώνα; αν σου κάτσει, είναι αριστούργημα. Επομένως, πάμε για φωτογραφίες, "και άστε τα ψάρια να καούνε"!  
Ταξίδι χωρίς μετακίνηση και χωρίς φωτογραφική μηχανή δεν νομίζω ότι νοείται. Αλλάζοντας παραστάσεις δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να μην δούμε κάτι που θα θελήσουμε να το φωτογραφήσουμε, είτε είμαστε φανατικοί λάτρεις της φωτογραφίας, είτε ευκαιριακοί φωτογράφοι. Υπάρχουν και μερικοί τύποι που αδιαφορούν πλήρως για τη φωτογραφία, τι να κάνουμε;
 Όπως και να έχει, τα περισσότερα ταξίδια ξεκινάνε από το δικό μας τόπο και μας αναγκάζουν να διασχίσουμε αποστάσεις με κάθε διαθέσιμο μέσο για να φθάσουμε στο προορισμό που μπορεί να είναι μια σύγχρονη, μια παλιά πόλη, ή ένα όμορφο τοπίο (βουνό, παραλία, χωριό ίσως, αρχαιολογικός χώρος κλπ). Πολλές φορές η διαδρομή προς κάποιο προορισμό είναι πολύ ποιο συναρπαστική από τον προορισμό, και αντίθετα. Μπορεί επίσης τόσο το ταξίδι από και προς τον προορισμό αλλά και ο προορισμός να παρουσιάζουν τεράστιο φωτογραφικό ενδιαφέρον. Τι να την κάνεις τέτοια ζωή λοιπόν αν δεν έχεις μαζί μια φωτογραφική μηχανή; θα σκεφτεί κάθε ένας που του αρέσει να καταγράφει αυτό που βλέπει.
Τι χρειαζόμαστε
Ιδανικά μέσα για το ταξίδι αν θέλουμε να πάρουμε πολλές φωτογραφίες είναι τα τροχοφόρα όπως: αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα, ακόμη και ένα ποδήλατο, και τέλος ένα πλοίο ίσως.
Όλα αυτά σημαίνουν πολλές λήψεις, αρκετό χρόνο πίσω από το σκόπευτρο για να πάρουμε τις ποιο καλές και όχι αδιάφορες φωτογραφίες, αρκετή διαθέσιμη μνήμη, απεριόριστη θα ήθελα εγώ, κανένα περιορισμό σε ενέργεια για τη φωτογραφική που σήμερα πλέον είναι ψηφιακή. Χρειαζόμαστε γρήγορη και καλή μηχανή γιατί ως γνωστό ο χρόνος περνάει ποιο γρήγορα όταν ταξιδεύουμε, παρά όταν καθόμαστε, το είπε και ο Αλβέρτος. Επίσης σημαίνει ότι χρειαζόμαστε καλό φακό τρία έως τέσσερα ζουμ επί, με δυνατότητα κάλυψης αρκετά μεγάλης γωνίας (ανάλογης το λιγότερο με τη γωνία κάλυψης του φακού των 28 χιλιοστών για το κλασσικό πλαίσιο 24x36). Η ποιο κατάλληλη φωτογραφική μηχανή για τη δουλειά αυτή δεν είναι κάποια ογκώδης και βαριά. Οι καθαρά επαγγελματικές dSLR με τους βαριούς και ακριβούς φακούς μάλλον δεν βολεύουν, ειδικά αν υπάρχει εναλλακτική ποιο πρόσφορη λύση. Από πείρα, ένας φακός ανάλογος με φακό 24-120 χιλιοστών για πλαίσιο 24x36 (χιλιοστών) είναι ιδανικός γιατί δεν θα χρειασθεί να τον αλλάξουμε για να καλύψουμε ένα θέμα. Ε, κι αν χάσουμε μια δυο φωτογραφίες επειδή δεν θα έχουμε μαζί μας τον υπέρ-τηλεφακό που ίσως αποκτήσαμε πρόσφατα, δεν χάθηκε ο κόσμος. Ανάλογος φακός με τον 24-120 σε κόμπακτ φωτογραφική μηχανή δύσκολα θα βρεθεί, κι αν βρεθεί θα παρουσιάζει μεγάλες παραμορφώσεις στα άκρα και χρωματικές εκτροπές. Ολοένα περισσότερο κυκλοφορούν κόμπακτ φωτογραφικές μηχανές με φακό ζουμ που είναι ανάλογος με τον 28-105 (και πάλι για το πλαίσιο 24x36) και έτσι αποτελούν πολύ καλές λύσεις για την ταξιδιωτική φωτογραφία αφού είναι επί πλέον μικρές και ελαφριές. Απλά συχνά θα χρειαστεί να τις περιμένουμε και να καθυστερούμε.
Το θέμα της αυτονομίας είναι αρκετά πολύπλοκο. Μια δεύτερη μπαταρία και ένας φορτιστής είναι πάντα απαραίτητα παρελκόμενα, αρκεί ο προορισμός να παρέχει εναλλασσόμενο ρεύμα 220 βολτ και πρίζες σαν τις δικές μας. Ακόμη ένα καλό αντιστατικό βουρτσάκι, μια τσάντα, ή θήκη προστασίας και ένα προστατευτικό του φακού για τον ήλιο, (το παλιό καλό αλεξήλιο η αλλιώς παρασόλι) είναι μερικά από τα μικρά αλλά χρήσιμα που σίγουρα θα χρειασθούν κάποια στιγμή και άντε να τα βρεις στην αλλοδαπή όταν δεν υπάρχει περίσσευμα χρόνου.
Σκέψεις για τον αδυσώπητο χρόνο
Ένα ταξίδι, κάθε ταξίδι, διακρίνεται για την απόσταση που θα καλύψουμε και τον χρόνο που έχουμε αγοράσει για να το κάνουμε. Πολύ δύσκολα περνάμε ξανά από το ίδιο μέρος για να το δούμε ξανά και διαφορετικό μέσα από το φακό, με ποιο καλό φωτισμό ενδεχόμενα. Ακόμη είναι δύσκολο να σταθούμε πολύ ώρα σε ένα σημείο μήπως και αλλάξει κάτι ως προς το φωτισμό και τη σύνθεση.  Όλα είναι μια και έξω, “Point and Shoot”. Πλαισιώνουμε και τραβάμε αναλογιζόμενοι πάντα τον διαθέσιμο χρόνο που τρέχει χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Δεν είναι μόνο ότι πρέπει να πάρουμε κάποιες φωτογραφίες, πρέπει και να ζήσουμε, να νοιώσουμε την ατμόσφαιρα του ταξιδιού, του δρόμου, της τοποθεσίας, της πόλης και ότι άλλο τέλος πάντων είναι αυτό που βλέπουμε. Ένα είναι σίγουρο, αν μείνουμε κολλημένοι πίσω από το σκόπευτρο όσο κρατήσει το ταξίδι, στο τέλος δεν θα θυμόμαστε τίποτα και με δυσκολία θα αναγνωρίζουμε τι είναι αυτό που βλέπουμε στις φωτογραφίες, όταν επιστρέψουμε στα πάτρια εδάφη. Από τη στιγμή που σε ένα ταξίδι είναι σχεδόν ακατόρθωτο να πάρουμε τέλειες επαγγελματικές φωτογραφίες, σαν αυτές που πρέπει λογικά να έχουν οι φωτογράφοι της περιοχής που έχουν βρει τις ιδανικές θέσεις και τους φωτισμούς, αυτό που απομένει είναι να συλλάβουμε φωτογραφικά μόνο αυτό που βλέπουμε. Πρέπει να ζήσουμε δηλαδή την ορατή πραγματικότητα, τη στιγμή και τίποτα άλλο. Μόνο μια γρήγορη και αποτελεσματική ψηφιακή φωτογραφική θα μας δώσει κάτι τέτοιο. Μη ψάχνετε επομένως περίεργα προγράμματα, ειδικές ρυθμίσεις, συνδυασμούς που σπάζουν τα νεύρα. Δώστε στη φωτογραφική ένα πρόγραμμα αυτόματο, ένα πρόγραμμα για τοπίο, όχι όμως το πλήρως αυτόματο γιατί μπορεί να χρειασθεί να αντισταθμίσετε την έκθεση ± ένα η δυο στοπ. Μην επιλέξετε κάποια προτεραιότητα γιατί θα ξεχάστε στα επόμενα πέντε λεπτά της ώρας το χρόνο ή το άνοιγμα του φακού που έχετε ορίσει. Η προτεραιότητα που δίνει το αυτόματο πρόγραμμα έκθεσης είναι να μην βγει κουνημένη η φωτογραφίας σας, που είναι σωστό και λογικό για τις ταξιδιωτικές φωτογραφίες. Ποιος θα επιστρέψει στο ίδιο μέρος και πότε για να πάρει καθαρές-ακούνητες φωτογραφίες; Ακόμη ο αυτόματος έλεγχος του λευκού μπορεί να είναι απωθητικός ως ιδέα, όμως ξενοιάζουμε από τις αλλαγές φωτισμού με μια προϋπόθεση: να λειτουργεί σωστά η φωτογραφική με αυτή τη ρύθμιση. Αν προτιμάτε τις όποιες χρωματικές υπερβολές από την επιλογή  λευκού για φως ημέρας, είναι επίσης μια καλή απόφαση να φωτογραφίζετε με αυτή την ρύθμιση, ακόμη κι αν είστε χρονικά λίγο πριν την ανατολή, ή κοντά στη δύση. Οι φωτογραφίες με τη ρύθμιση αυτή είναι ποιο αισθαντικές –ατμοσφαιρικές όταν αρχίζει η ημέρα, ή όταν τελειώνει. Όπως και να έχει να θυμάστε ότι ο αυτόματος έλεγχος λευκού σπανίως αποδίδει σωστά μέσα σε ένα πλαίσιο από 3200 έως 5600 Kelvin και επομένως ο φωτισμός από τις διάφορες λάμπες δεν θα αποδοθεί σωστά. Αυτό ισχύει για τις περισσότερες φθηνές κόμπακτ. Το φλας ρυθμίστε το εκτός λειτουργίας και αν έχετε κόμπακτ αποφύγετε ευαισθησίες πάνω από 200 ISO.

Γιάννης Γλυνός

το δέντρο της φωτογραφικής γνώσης




Επιλέγοντας φωτογραφική μηχανή ανάλογα με το επίπεδο φωτογραφικής γνώσης

Παρατηρώντας τις φωτογραφίες μιας έκθεσης μαθητών φωτογραφίας, αναλογίστηκα  ποιες μπορεί να είναι οι πιθανές επιλογές μιας φωτογραφικής μηχανής σε σχέση με τις δυνατότητες εξέλιξης και γνώσης που μπορεί να προσφέρει στον φωτογράφο.
Ως τώρα, κατέγραφα την επιλογή φωτογραφικής μηχανής ανάλογα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά της. Σήμερα, θα προσπαθήσω να κινηθώ με τη λογική της φωτογραφικής γνώσης που έχει ο καθένας μας και τη σχέση που μπορεί να έχει αυτή η γνώση με την επιλογή μιας φωτογραφικής μηχανής. Αναφέρομαι στην επιλογή της πρώτης φωτογραφικής μηχανής, που ίσως να μην είναι και η μοναδική, αφού ο μάστορας που ίσως γίνει κάποια ημέρα ο νέος φωτογράφος, ποτέ δεν αντιμετωπίζει όλες τις εργασίες, με ένα μόνο εργαλείο.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε τη συνεχή εξάπλωση της φωτογραφικής ιδέας και την αύξηση των πωλήσεων των αυτόματων κυρίως φωτογραφικών μηχανών. 
Παλιότερα, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες για να αποκτήσει κανείς μια αξιόλογη φωτογραφική μηχανή. Σήμερα οι περισσότερες από αυτές τις χειροκίνητες μηχανές «εποχής» έχουν πάρει τη θέση τους στα ράφια της ιστορίας, όμορφες και μόνες. Εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, όπου μερικοί αθεράπευτα ρομαντικοί επιμένουν να φωτογραφίζουν με τις αγαπημένες τους αντίκες, οι περισσότεροι θα επιλέξουν μιαν αυτόματη ψηφιακή κόμπακτ.
Η φωτογραφική γνώση όμως συνεχώς αυξάνει με το γνωστικό υλικό που αφήνει παρακαταθήκη η μια γενιά φωτογράφων στην επόμενη, με τη συχνότητα φωτογράφησης και με τις φωτογραφίες που βλέπουμε, ή τραβάμε. Κάποιες παλιές τεχνικές ξεχνιούνται, χάνονται, αλλά η γνώσεις μας για την φωτογραφία αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο. Μα, θα πείτε, τι χρειάζεται σήμερα για παράδειγμα η φωτομετρία που απασχόλησε μια γενιά ερευνητών, τη στιγμή που οι περισσότεροι φωτογράφοι χρησιμοποιούν το πλήρως αυτόματο πρόγραμμα έκθεσης;
Πρώτον, η γνώση αυτή δεν χάθηκε αλλά ενσωματώθηκε στα προγράμματα αυτόματης έκθεσης κάνοντας τη ζωή των φωτογράφων ευκολότερη, όπως και τη φωτογράφιση.
Δεύτερον, είναι σαν την προπαίδεια. Όλοι χρησιμοποιούμε κομπιουτεράκι αλλά δεν παύει ούτε στιγμή να έχει την αξία της η επαλήθευση και να μας προσφέρει την ασφάλεια της δικής μας λογικής. 
Για να μάθει κανείς σήμερα τα πάντα για την φωτογραφία δεν θα αρκέσει μια ζωή. Επομένως, η αξία των αυτοματισμών που αυξάνουν τις δυνατότητες κάθε σύγχρονης φωτογραφικής μηχανής με αποκορύφωμα την κόμπακτ, αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τα «πρωτάκια».
Η φωτογραφική γνώση έχει άμεση σχέση με τη φωτογραφική μηχανή, τα παρατήρηση, τον αριθμό των λήψεων. Αν υπάρχει ένα επίπεδο γνώσης που θα μπορούσε να αξιοποιήσει μια απλή-πρωτόγονη μηχανή αυτό σίγουρα δεν είναι το εισαγωγικό επίπεδο γνώσης του αρχάριου φωτογράφου, αλλά του προχωρημένου. Ανάλογα, και μια υπερσύγχρονη επαγγελματική ψηφιακή φωτογραφική ρεφλέξ, χρειάζεται αρκετές γνώσεις, που δεν είμαι όμως σίγουρος αν θα είναι περισσότερες, ή λιγότερες, από αυτές που χρειάζονται για να χειρισθεί κανείς μια κόμπακτ. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά πλέον προσφέρουν απίστευτες δυνατότητες, οι ρυθμίσεις είναι πάρα πολλές και κρίσιμες.  Αναγκαστικά πρέπει να θυμάται ο φωτογράφος και να γνωρίζει τι ακριβώς θα έχουν ως αποτέλεσμα οι ρυθμίσεις σε κάθε πιθανή λήψη.
Γεγονός είναι ένα. Σίγουρα οι καινούριες φωτογραφικές χρειάζονται καινούρια μυαλά και μεγαλύτερη περίοδο εξοικείωσης για να αποδώσουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους.
Έστω λοιπόν ένας νέος, ένα παιδί που δεν έχει ξαναδεί φωτογραφική μηχανή, ή, φωτογραφία. Τι φωτογραφική θα πρέπει να του προτείνουμε; Και ο πωλητής, ή, εγώ που θα δώσω τη συμβουλή αυτή ποιες γνώσεις κατέχουμε; Δεν είναι εύκολο να μπεις στα υποδήματα του άλλου αφού εκτός της γνώσης, είναι και οι προσωπικές ιδιορρυθμίες του καθενός. Αφήνω το βαλάντιο απέξω.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι υπάρχει πλήρης φωτογραφική άγνοια. Εδώ χρειάζεται να προτείνουμε μια καλή «εισαγωγική φωτογραφική μηχανή» με μόνη επιφύλαξη ίσως την ηλικία.
Ωραία λοιπόν. Επόμενο κρίσιμο ερώτημα. Ψηφιακή φωτογραφική , ή, με φιλμ; Η απάντηση είναι σχετική με τη διάθεση του ατόμου ως προς την τεχνολογία και το πόσες ώρες περνάει μπροστά στον υπολογιστή.
Η ψηφιακή φωτογραφική σίγουρα θα μάθει πολλά πράγματα στον αρχάριο, θα βοηθήσει τον φίλο μας/ φίλη μας, να πειραματισθούν παίρνοντας πολλές περισσότερες φωτογραφίες και με μικρότερο κόστος σε σχέση με το φιλμ. Είναι σύγχρονη και τεχνικά πλήρης ως λύση. Ωστόσο, ο χρόνος ασχολίας με το σκοτεινό θάλαμο και τις εκτυπώσεις, έχει αλλάξει όνομα μόνο και ονομάζεται σήμερα ψηφιακή επεξεργασία με υπολογιστή. Άρα; επί πλέον γνώση, τεχνική και εξοπλισμός.
Εδώ τίθεται βασικά το θέμα της επιλογής του συλλέκτη του φωτός, του ελέγχου του σκοπεύτρου και της απόκρισης. Εφόσον είναι λίγες οι φωτογραφικές ευκαιρίες και δεν συμβαίνει να είμαστε συνεχώς μπροστά σε ένα όμορφο θέμα, θα πρέπει ο αισθητήρας να είναι ο μεγαλύτερος και καλύτερος και η απόκριση στο πάτημα του κλείστρου να είναι η αμεσότερη δυνατή (στα πλαίσια πάντα των οικονομικών δυνατοτήτων). Σε κάθε άλλη περίπτωση, αυτό που θα μάθει ο νέος φωτογράφος θα είναι η απαράδεκτη ποιότητα φωτογραφίας, η αποτυχία, ο χαμένος χρόνος, ο άδικος κόπος, η χαμένη ευκαιρία, η ετεροχρονισμένη φωτογραφική στιγμή, τα ψεύτικα χρώματα. Για όλους αυτούς τους λόγους, θα πρέπει η φωτογραφική να είναι αντάξια των προσδοκιών. Από όσα μέχρι σήμερα έχω καταγράψει από τις ψηφιακές φωτογραφικές που έχω ελέγξει, μια καλή ψηφιακή κόμπακτ είναι καλή σαν πρώτο βήμα, αλλά σίγουρα η ψηφιακή ρεφλέξ είναι η «ιδανική» επιλογή μια και ο φωτογράφος έχει τον πλήρη έλεγχο της εστίασης και του κάδρου.
Ας περάσουμε στο επόμενο επίπεδο φωτογραφικής γνώσης που είναι ο ερασιτέχνης φωτογράφος.
Μπορούμε να γράψουμε βιβλίο για το τι σημαίνει ερασιτέχνης, «ερασιτέχνης», ή « ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ ».
Για εμένα, ο σημερινός νεαρός ερασιτέχνης είναι ο αυριανός μεγάλος φωτογράφος, ο επιτυχημένος επαγγελματίας, ίσως και ο μεγάλος δάσκαλος. Αργά ή γρήγορα και άσχετα με το επίπεδο φωτογραφικής δεινότητας, όλοι μας στο τέλος της φωτογραφικής μας πορείας, θα ξαναγίνουμε οι ερασιτέχνες φωτογράφοι της νιότης μας. Έτσι ο νέος ερασιτέχνης πρέπει να μάθει την πειθαρχία, την ποιότητα, την ακρίβεια, τον έλεγχο, την απλότητα, την δύναμη αλλά και τις αδυναμίες της φωτογραφίας. Και πως θα γίνουν όλα αυτά; Με μια φθηνή, πλήρως αυτόματη κόμπακτ; Ούτε λόγος να γίνεται, ξεχάστε το.
Επόμενα στάδια φωτογραφικής γνώσης υπάρχουν αρκετά. Ένα από αυτά είναι ο επαγγελματίας. Ο επαγγελματίας πληρώνεται για τις γνώσεις του και τις υπηρεσίες του, όσο για τις φωτογραφικές μηχανές που επιλέγει, έχουν λίγη, ή, ελάχιστη σχέση με αυτές που μπορούμε να αποκτήσουμε όλοι εμείς μια και κοστίζουν χιλιάδες Ευρώ. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα να τους συμβουλεύσω εγώ καθώς είναι και θέμα εντυπωσιασμού του μελλοντικού πελάτη.
Στη συνέχεια έχουμε τους δάσκαλους, ή καθηγητές φωτογραφίας. Δεν υπάρχει λόγος να συμβουλεύσει κανείς ένα δάσκαλο ποια φωτογραφική να πάρει, το αντίθετο, θα προστρέξουμε στη βοήθειά του καθώς είναι λογικό να έχει περάσει από όλα τα στάδια, αν προλάβει. Η συμβουλή που θα δώσει λογικά, είναι η επιλογή χειροκίνητης ρεφλέξ με φιλμ γιατί διαφορετικά όλη η προηγούμενη φωτογραφική γνώση, η προπαίδεια που λέγαμε, θα χαθεί και δεν θα υπάρξει συνέχεια στη φωτογραφική πορεία εξέλιξης. Παρά το ότι για πολλούς το φιλμ πέθανε και οι μηχανές είναι πλέον ψηφιακές, παραμένει μια διαθέσιμη τεχνολογία που δεν πρέπει να πάει στα άχρηστα.
Εδώ θα συμφωνήσω αρχικώς, αλλά θα διαφωνήσω ριζικώς στη λογική «μόνο φωτογραφική για φιλμ», και μάλιστα, «μόνο χειροκίνητη». Ο λόγος είναι πως η φωτογραφία εξαρτάται άμεσα από την τεχνολογία και έτσι αρνούμενοι τη ψηφιακή φωτογραφική μηχανή αλλά και την αυτόματη με τις πλήρεις επιλογές, είναι σαν να κλείνουμε τα μάτια τη στιγμή που ως φωτογράφοι πρέπει να μάθουμε «να βλέπουμε οτιδήποτε, μέσα από οτιδήποτε». Με μια τέτοια στάση, σύντομα θα καταλήξουμε στο «στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα». Πρέπει δηλαδή να μάθει να χειρίζεται και να αξιοποιεί ο φωτογράφος οτιδήποτε υπάρχει διαθέσιμο στην εποχή του.
Πέρα από αυτή τη κατάταξη επιπέδων φωτογραφικής γνώσης, υπάρχει και η κλίμακα ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού της έκθεσης που εφαρμόζει, ή, θα εφαρμόσει ο φωτογράφος.
Να θυμάστε, «φωτογραφία σημαίνει έλεγχος».
Με βάση τον έλεγχο φωτισμού, έχουμε:
1) αρχικό επίπεδο φωτογράφησης με το πλήρως αυτόματο πρόγραμμα έκθεσης. Εδώ ο φωτογράφος σκοπεύει και φωτογραφίζει αδιαφορώντας για όλα τα τεχνικά προβλήματα.
2) στο αμέσως επόμενο επίπεδο η φωτογράφηση γίνεται με το αυτόματο πρόγραμμα έκθεσης αλλά και με παρεμβάσεις αντιστάθμισης ± 1 ή 2 EV, ή, με το έξυπνο -ευέλικτο πρόγραμμα όπως λέγεται (shift program).
3) το επόμενο επίπεδο είναι φωτογράφηση με πρόγραμμα προτεραιότητας κλείστρου, ή διαφράγματος. Συνήθως θα το ονομάσουν "δημιουργικό" πρόγραμμα, αλλά είναι ένα μόνο από τα πολλά.
4) το ανώτερο επίπεδο είναι η φωτογράφηση με εντελώς χειροκίνητα στοιχεία έκθεσης με βάση αυστηρά μόνο αυτό που θέλουμε εμείς να «γράψει η φωτογραφία μας» και που κανένα από όλα τα προηγούμενα κόλπα τεχνητής νοημοσύνης δεν θα το «κατανοήσει». Εδώ θα κατατάξω αναγκαστικά και όσους φωτογραφίζουν με σημειακή φωτομέτρηση, με το ζωνικό σύστημα, με φωτομέτρηση με όργανο χειρός κλπ.
Ας έρθουμε όμως και στην σκληρή πραγματικότητα και ας μην είμαστε αιθεροβάμονες.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι  που η φωτογραφία τους ενδιαφέρει μόνο ως εμπορική εφαρμογή και μόνο ως προς το πόσο θα στοιχίσει. Το βλέπουμε από το πόσοι πραγματικοί φωτογράφοι απόμειναν στην αγορά εργασίας.
Οικονομικά προβλήματα και άγνοια πάνε μαζί. Πολλοί νέοι φωτογράφοι με ρωτάνε σε ποια ανάλυση να σαρώσουν τις φωτογραφίες τους για να μην τους τις αντιγράψουν οι επιτήδειοι, ή με ρωτάνε παραδοσιακοί φωτογράφοι τι πρέπει να κάνουν γιατί βλέπουν το παραδοσιακό τους αντικείμενο να χάνεται. Δεν σταματάει να αλλάζει ο κόσμος και η ψηφιακή φωτογραφία ήρθε για να μείνει με τις ευκολίες που μας προσφέρει. Μένει να δούμε πόσοι από εμάς θα συνεχίσουν να κατέχουν ένα επίπεδο φωτογραφικής γνώσης ικανό να διατηρήσει στη ζωή την ποιότητα και την πιστότητα του φιλμ, αλλά χωρίς το φιλμ πλέον, και με ποιο κόστος φυσικά.
Έτσι λοιπόν σήμερα η πλέον λογική, αξιοπρεπής πρόταση για τον νέο φωτογράφο είναι η αγορά μιας ρεφλέξ φωτογραφικής για φιλμ, η οποία θα είναι αυτόματη αλλά και με δυνατότητες επιλεκτικών ρυθμίσεων. Στη συνέχεια, ένας καλός σαρωτής διαφανειών θα γεφυρώσει τη ψηφιακή με την αναλογική εποχή. Όμως σαρωτές πλέον δεν διαθέτει η αγορά! Χάθηκαν μαζί με τις μηχανές για φιλμ.
Ένα βήμα πάρα πέρα, κάνοντας μικρές υποχωρήσεις, η δεύτερη ψηφιακή φωτογραφική δεν θα πρέπει σήμερα να είναι παρά  μόνο μια από τις καλύτερες ψηφιακές κόμπακτ με ανάλυση όχι λιγότερη από 6 Mpixel. Το ότι κυκλοφορούν σήμερα κόμπακτ με 12 και 16 Mpixel είναι άνευ σημασίας.
Αυτός ο εξοπλισμός πιστεύω θα καλύψει πολλές ανάγκες και θα βοηθήσει το φωτογράφο μέσα σε λίγο χρόνο να αποκτήσει πολλές απαραίτητες τεχνικές γνώσεις και σε βάθος.
Όσο για την αισθητική που είναι άλλο πολύ σοβαρό θέμα, θα πρέπει να διαβάζει κανείς στον ελεύθερο χρόνο του, να παίρνει πολλές φωτογραφίες, να τις κρίνει αλλά  να βλέπει και τις φωτογραφίες άλλων καταξιωμένων και ιστορικών φωτογράφων. Υπάρχει πάντα κι ο καλός κινηματογράφος.
Αν πάλι η απόφαση έχει παρθεί και είναι ψηφιακή φωτογραφική μηχανή ανυπερθέτως, τότε η συμβουλή μου είναι για μια ψηφιακή ρεφλέξ, το κόστος της οποίας θα ορίσετε ανάλογα με τις δυνατότητες. Να θυμάστε πως κάθε συμβιβασμός σε ποιότητα, ή σε δυνατότητες, δεν είναι τίποτα άλλο από χαμένα χρόνια δημιουργικής φωτογραφίας.
Θα πείτε καλά και ωραία μας τα είπες, που θα βρούμε τα ευρώ δεν μας λες. Δεν είπα όμως πως η φωτογραφική μηχανή είναι κάτι ευτελές, ή, φθηνό και «δεν υποσχέθηκα ποτέ κανένα ροζ κήπο». Αντίθετα, αυτό που λέω σε όλους είναι πως η καλή φωτογραφική μηχανή κοστίζει, αλλά το αξίζει.
Αν και είναι τέχνη η φωτογραφία, εντούτοις δεν εκτιμάται ανάλογα και τελικά αν δεν προσέξουμε, γίνεται το ευτελές που αναπαράγεται με την ταχύτητα εξάπλωσης μιας πανδημίας.
Τούτο μονάχα θα σας πω,  η φωτογραφία έχει την αξία που εμείς της δίνουμε και αν δεν «κατέχεις πράμα», που λένε και στη Κρήτη, είναι όλα μάταια.
Όσο για μένα; Ζω μια σχέση ατέλειωτης αγάπης, αλλά και μίσους με τη τεχνολογία από τη πρώτη μου φωτογραφική μηχανή.
Ποια είναι η σχέση μου με την τεχνολογία;
Oldies, but goodies.


Γιάννης Γλυνός

πρόγραμμα -auto



Φωτογραφήστε με... πρόγραμμα


Οι σύγχρονες φωτογραφικές μηχανές (ψηφιακές στο σύνολο σχεδόν), διαθέτουν μια πληθώρα δυνατοτήτων και ευκολιών, που πολλές φορές μένουν αχρησιμοποίητες, ωστόσο δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει φωτογραφήσει κανείς με τη βασικότερη επιλογή αυτόματης λειτουργίας που ονομάζεται πρόγραμμα (Program ή P). Η απλότητα για το χειριστή της μηχανής είναι και η βασική ιδέα του προγράμματος αυτόματης λειτουργίας.
Τι κάνει όμως αυτό το πρόγραμμα;
Οι μηχανές είναι εφοδιασμένες με πολλά προγράμματα, όλα αυτά τα προγράμματα, σε όλες τις φωτογραφικές μηχανές, κάνουν τα ίδια πράγματα; με τον ίδιο τρόπο; μπορεί αυτό το πρόγραμμα της δικής σας μηχανής να τα βγάλει πέρα σε όλες τις περιπτώσεις; υπάρχει κάποιο κοινό σημείο στο πρόγραμμα μιας φωτογραφικής μηχανής που κοστίζει 100 € και στο πρόγραμμα μιας φωτογραφικής μηχανής που κοστίζει 3.000€;
Ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά λοιπόν.
Πρώτα από όλα, υπάρχει τοποθετημένος στην φωτογραφική μηχανή ένας επεξεργαστής που αναλαμβάνει την αυτόματη λειτουργία κάνοντας συνδυασμούς δεδομένων που εισρέουν με συχνότητα ανάλογη των δυνατοτήτων του. Βλέπε στα τεχνικά χαρακτηριστικά  σειρές επεξεργαστών, κόστος, πυρήνες, ταχύτητα κλπ.
Άρα έχουμε ανάλογα με το κόστος της φωτογραφικής μηχανής, γρήγορους, πολύ γρήγορους ή απλά, κάποιους επεξεργαστές, όπου η ταχύτητα απόκρισης θα κρίνει και τις δυνατότητες της μηχανής που ελέγχονται τελικά από το πρόγραμμα.
Ανάλογα με τον τύπο της φωτογραφικής και το κόστος, τα δεδομένα μπορεί να είναι λίγα, ή πολλά (φωτισμός, εστιακή απόσταση, φωτεινότητα, κλείστρο, ετοιμότητας του φλας, κλπ). Πέρα όμως αυτές τις βασικές πληροφορίες είναι δυνατόν ο επεξεργαστής να λαμβάνει και πολλές άλλες πληροφορίες που προέρχονται από τους διάφορους αισθητήρες που πιθανόν να έχουν ενσωματωθεί στους μηχανισμούς μιας φωτογραφικής μηχανής ( wi-fi, gps, infrared, blue tooth, flash, αυτόματη εστίαση, άνοιγμα φακού, κλείστρο κλπ).
Όλα αυτά τα δεδομένα ελέγχονται, συνδυάζονται και τελικά ρυθμίζονται: ο φακός, το κλείστρο, το φλας ώστε έχουμε την τελική ακριβή έκθεση του φωτοευαίσθητου υλικού καταγραφής της φωτογραφίας μας.
Έχοντας μια βάση δεδομένων (θέμα προγραμματισμού) με τις πλέον λογικές και κοινές φωτιστικές καταστάσεις, την καλύτερη απόδοση του φακού που βρίσκεται ανάμεσα στο f=8 μέχρι και f=11, την ευαισθησία του συλλέκτη (ccd-cmos),  και την πιθανότητα να βγει κουνημένη μια φωτογραφία λόγω μεγάλου χρόνου έκθεσης (1/125 είναι ο πλέον βασικός χρόνος έκθεσης), το πρόγραμμα θα ελέγξει και θα ρυθμίσει την κάθε φωτογραφική μηχανή έτσι ώστε ο χρόνος του κλείστρου να είναι γύρω από το 1/125 του δευτερολέπτου, και να μην πέσει η τιμή αυτή κάτω από το 1/60 του δευτερολέπτου. Το άνοιγμα του φακού θα πρέπει να πάρει όποια τιμή είναι πιο πρόσφορη, από το μέγιστο άνοιγμα μέχρι το ελάχιστο. Προτεραιότητα δίνεται στο πλήρως αυτόματο πρόγραμμα στην ακούνητη φωτογραφία κι οχι στο βάθος πεδίου, βλέπε κλειστό διάφραγμα προς το f16. Η καθαρή εστίαση εξασφαλίζεται θα λέγαμε αρκετά ικανοποιητικά από την αυτόματη εστίαση της μηχανής.
Στην περίπτωση που λόγο φωτιστικών συνθηκών κάποια τιμή από τις προηγούμενες πέσει κάτω από τα ελάχιστα όρια, θα ζητηθεί αυτόματα η υποβοήθηση με το φλας και τις περισσότερες φορές θα ενημερωθεί και ο φωτογράφος για την πιθανότητα να βγει κουνημένη η φωτογραφία, ώστε να λάβει τα μέτρα του χρησιμοποιώντας τρίποδο. Ανάλογα, πάνω από τα ελάχιστα όρια, θα χρησιμοποιηθεί ολοένα μικρότερος χρόνος κλείστρου και πιο κλειστό άνοιγμα φακού, όσο επιτρέπεται από τον  μηχανισμό ελέγχου της ίριδας (άνοιγμα φακού). Το πρόγραμμα θα ρυθμίσει την έκθεση ανάλογα και με την εστιακή απόσταση του θέματος από το φακό μας, υπολογίζοντας την ανάλογη ενδεχόμενη αύξηση της έκθεσης (φωτογράφηση macro). Αυτά είναι τα ελάχιστα - τυπικά που θα κάνει το ποιο απλό πρόγραμμα. Από εδώ και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα, γιατί ανάλογα με τον επεξεργαστή που έχει τοποθετηθεί, με το φωτόμετρο και το πώς υπολογίζει τον φωτισμό, και τέλος ανάλογα με την ποιότητα του φωτισμού (ημέρας, τεχνητός φωτισμός, φθόριο κλπ), ο επεξεργαστής θα πρέπει να κάνει περισσότερους και πλέον πολύπλοκους υπολογισμούς σε χρόνο απίθανα μικρό για να ρυθμίσει την λειτουργία της φωτογραφικής μηχανής. Το ζητούμενο είναι να πάρουμε μια σωστή φωτογραφία την στιγμή που την θέλουμε και όχι μετά από κάποια δευτερόλεπτα, που είναι πολύ πιθανόν να μην μας χρειάζεται πλέον, ή να είναι σε λάθος τόπο και χρόνο. Άρα λοιπόν το πρόγραμμα αντιδρά και ελέγχει την φωτογραφική μας μηχανή (κλείστρο και άνοιγμα φακού), αλλά η ταχύτητα απόκρισης και το πόσες λειτουργίες μπορεί να πραγματοποιήσει ταυτόχρονα, έχει να κάνει με το κόστος (βασικά). Λέμε «βασικά», γιατί θα παρατηρήσουμε κάποιες ανακολουθίες στο συσχετισμό κόστος-αποτελεσματικότητα σε πολλές φωτογραφικές μηχανές με το ίδιο κόστος, που έχει να κάνει και με το πόσο καλογραμμένο είναι το λογισμικό, ώστε να «τρέχει» πιο γρήγορα στο δεδομένο επεξεργαστή.
Γενικά, ένα απλό, αλλά πλήρως αυτόματο πρόγραμμα έκθεσης, ποτέ δεν θα αφήσει τον φωτογράφο να κάνει και κάτι άλλο, όπως πχ, να αλλάξει χρόνο κλείστρου ή άνοιγμα φακού.

Συμπεράσματα

Το πρόγραμμα αυτόματης φωτογράφησης θα μας δώσει ταχύτητες κλείστρου από 1/60 του δευτερολέπτου, μέχρι το ανώτερο όριο που επιτρέπει το κλείστρο και άνοιγμα φακού από το ελάχιστο μέχρι το μέγιστο. Προτεραιότητα δίνονται στους χρόνους κλείστρου 1/125 και 1/250 του δευτερολέπτου και στο άνοιγμα φακού f=8. Μετά τα ανώτερα όρια (φακού και κλείστρου), ενδέχεται να μην μας αφήσει να φωτογραφήσουμε (ανάλογα με το μοντέλο της φωτογραφικής μηχανής) και ίσως να μας ενημερώσει για την πιθανότητα ότι έχουμε ξεπεράσει τα όρια. Η λειτουργία αυτή είναι χρήσιμη στη φωτογράφηση ποικιλίας θεμάτων όπως: τοπίο, στιγμιότυπο, ηλιοβασιλέματα, καιρικά φαινόμενα, εκδηλώσεις, οικογενειακές φωτογραφίες και γενικά, όπου υπάρχει επαρκής φωτισμός το πρόγραμμα θα μας δώσει μια σωστή έκθεση και δεν θα μας εκθέσει. Ένα καλό και ευέλικτο πρόγραμμα αυτόματης φωτογράφησης, είναι τόσο πολύτιμο βοήθημα, που αν ξαφνικά το χάναμε, ελάχιστοι από εμάς θα μπορούσαν να συνεχίσουν να φωτογραφίζουν.

Γιάννης Γλυνός