Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Analog vs digital 1975-2017



Και πάλι για το φιλμ ο λόγος.
Επιστροφή αλλά με τι κόστος


Πρόσφατα, ξέθαψα κάποιες φωτογραφικές μηχανές της παλιάς, καλής-ηρωικής  εποχής, όπου όλα έπρεπε να τα κάνει ο φωτογράφος με το χέρι και κατόπιν γρήγορης και ορθής γνώσης και σκέψης.
Όπλισμα, εστίαση, επιλογή κάλυψης γωνίας (με φακό ζουμ), φωτομέτρηση, επιλογή ταχύτητας και διαφράγματος. Όλα γρήγορα, ελεγχόμενα, με γνώση και πειθαρχεία για τον όσο γίνεται ποιο μεγάλο έλεγχο, για ένα αποτέλεσμα σωστό σύμφωνα με το όραμα του φωτογράφου. Γιατί τίποτα δεν βγαίνει όπως είναι, ή τουλάχιστον τίποτα δεν έβγαινε πριν εμφανίσουμε και τυπώσουμε.
Μιλάμε για εποχές 1950-1985 ίσως και 1990.
Σήμερα, όλα αυτά φαντάζουν καταθλιπτικά, καταπιεστικά, οπισθοδρομικά, αναχρονιστικά. Και η τελευταία σύγχρονη ψηφιακή φωτογραφική μπορεί άμεσα να δείξει στο φωτογράφο πως περίπου θα είναι η φωτογραφία που θέλει να πάρει, αν την υπέρ-φωτίσει, αλλάξει πρόγραμμα, αποφασίσει να εστιάσει αλλού από εκεί που αυτόματα επιλέγει η μηχανή και το πρόγραμμά της, κλπ. Αλλά και μετά τη λήψη μπορεί πλέον να ξέρει αν πήρε μια φωτογραφία και πως είναι αυτή. Και αυτό επειδή υπάρχει η έγχρωμη οθόνη!
Υπάρχει κάποιος λόγος να επιστρέψει ένας φωτογράφος πίσω στο φιλμ και ακόμη ποιο πίσω στις χειροκίνητες μηχανές που αν δεν οπλίσεις και αν δεν έχεις διαθέσιμες πόζες δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο από το να αναλογίζεσαι τι φωτογραφίες χάνεις;
Δεν γνωρίζω σε ποιό φωτογράφο και πόσο θα χρειαστούν αυτά που έχω καταγράψει από την ανάλογη εμπειρία μου, όμως καλό είναι, ή δεν βλάπτει να υπάρχουν. Λοιπόν:
1)      Τα ποιο μεγάλα προβλήματα με τις ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές είναι: η εξάρτηση από τη τροφοδοσία της μπαταρίας, η απίστευτη-τρομακτική ευκολία λήψης, ο τεράστιος αριθμός χώρου αποθήκευσης φωτογραφιών στη κάρτα ή στις κάρτες μνήμης, τα πάρα πολλά έτοιμα προγράμματα, η άμεση θέαση του αποτελέσματος έκθεσης, η ευκολία ταξινόμησης και αποθήκευσης σε ένα σκληρό δίσκο, το μικρό κόστος φωτογράφισης, και φυσικά οι τεράστιες δυνατότητες επεξεργασίας. Δεν χρειάζονται ειδικά φιλμ, ούτε πολύπλοκοι υπολογισμοί για την έκθεση και την θερμοκρασία φωτός. Η ταχύτητα συνεχόμενης φωτογράφησης δεν είναι πρόβλημα και ο αριθμός συνεχόμενων λήψεων στις περισσότερες μηχανές είναι 4-20 λήψεις! Το ανατομικό κράτημα της μηχανής δεν κουράζει το χέρι όπως στις παλιές μηχανές, κλπ, κλπ.
2)      Μα, θα πείτε, ξαφνικά όλα αυτά τα θαυμάσια έγιναν πρόβλημα; Η απάντηση είναι σχετική, και ναι και όχι. Έχει να κάνει με το ότι ο φωτογράφος σταμάτησε να οραματίζεται, σταμάτησε να ονειρεύεται τη φωτογραφία που ίσως δει όταν βγει κουρασμένος από το σκοτεινό θάλαμο. Σταμάτησε να υπολογίζει το κάθε κλικ σαν κάτι σημαντικό, άξιο προσοχής, που έχει κόστος κάθε ανοησία, βιασύνη, κακός υπολογισμός, κακή επεξεργασία, κακή διατήρηση του φιλμ πριν την έκθεση, αλλά και μετά. Ο φωτογράφος ξέμαθε να υπολογίζει το φως αφού όλα γίνονται αυτόματα πλέον από τον επεξεργαστή. Ξέχασε ο φωτογράφος να σέβεται το μέσο και όλα έγιναν ένα παιχνίδι αφού οι μηχανές είναι τόσο εύκολες. Οι φωτογράφοι έγιναν «χειριστές» , και «χρήστες» ενός πλήρως αυτόματου μηχανήματος, που πραγματικά αρκεί να πατήσεις το κουμπί. Αν υπάρχει μνήμη και μπαταρία όλα θα είναι εφικτά, και ελάχιστα (σχεδόν στη θεωρεία) είναι τα κρίσιμα λάθη που στη πράξη καραδοκούν πάντα! Αυτά τα λάθη όμως δεν είναι πλέον έκθεσης, αλλά εστίασης. Υπάρχει σχεδόν πάντα ένα ποσοστό 3-10% , ίσως και 15% όπου το αυτόματο σύστημα εστίασης βλέπει ποιο κοντά, ή ποιο μακριά από το σημείο που θα θέλαμε. Υπάρχει επίσης και ένα μικρό αλλά σημαντικό νεκρό χρονικό διάστημα από τη στιγμή που θα πατήσει ο φωτογράφος το κουμπί μέχρι τη λήψη σε όλες τις αυτόματες μηχανές. Στις ψηφιακές συχνά αυτό το κενό (lag time) είναι καθοριστικό και δεν είναι ασήμαντο.
3)      Έτσι δεν είναι όλα ιδανικά, γιατί οι ψηφιακές εξαρτώνται πλήρως και από το τύπο της μπαταρίας, οι παλιότερες μπαταρίες πολύ δύσκολα θα βρεθούν. Πέρα από αυτό, κάθε φορά που μεγαλώνει η ανάλυση, η παλιότερη μηχανή μένει στην άκρη. Και αυτό έχει τεράστιο κόστος. Αυτό είναι λάθος να κυνηγά ο φωτογράφος συνεχώς τη ποιο μεγάλη ανάλυση, καθώς από τις δοκιμές έχω διαπιστώσει πως από ένα αισθητήρα full frame η μέγιστη ποιότητα είναι από τα 12 Mpixel, και από ένα μεγέθους DX είναι τα10 Mpixel. Από μια κόμπακτ, τα 6 Mpixel είναι το όριο από ένα μικρής επιφάνειας αισθητήρα. Κι όμως υπάρχουν μηχανές και κινητά με 24 Mpixel! Μεγαλώνει φυσικά το μέγεθος εκτύπωσης, όχι η ποιότητα της φωτογραφίας που παραμένει χαρακτηριστικά, ψηφιακή. Μπορεί να δούμε οτιδήποτε ποιο πάνω, και έχουμε δει, αλλά σε φωτογραφική ποιότητα μέχρι και 400 ISO, δεν έχει τίποτα άλλο να προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία. Εγώ δεν έχω δει ποιο καλή ποιότητα παρά μόνο από μεγάλους αισθητήρες, με ανάλογους φακούς. Δεν είναι κακό αυτό το όριο όμως ( full frame 12 Mpixel) και τα φωτογραφικά αποτελέσματα θυμίζουν φιλμ, μοιάζουν πάρα πολύ, αλλά δεν είναι για κάποιον που έχει συνδέσει τη ζωή του με το φιλμ με πάνω από 30.000 φωτογραφίες σε αυτό το υλικό.
4)      Υπάρχουν κάποιες «λεπτομέρειες» όπως ψηφιακός θόρυβος ας πούμε, κανονικότητα διάταξης του κόκκου-εικονοστοιχείων, ψηφιακή χροιά της φωτογραφίας, καμένες επιφάνειες, πλήρης εξάρτηση της σκόπευσης από τη μπαταρία (εκτός και μιλάμε για dSLR). Έχουμε και το λογισμικό, και τις  ώρες που απαιτούνται μετά μπροστά την οθόνη για να έρθει το αρχείο εκεί που θέλει ο φωτογράφος, για να θυμίζει φωτογραφία και όχι image. Η πρόκληση είναι τεράστια να διατηρήσει το αρχείο την όψη μιας φυσικής φωτογραφίας.
5)      Για το φιλμ τώρα. Πρέπει να βρεθεί μια φωτογραφική μηχανή που να μπορεί να λειτουργεί το φωτόμετρο, ή όλο το σύστημά της με μπαταρίες που κυκλοφορούν ακόμη. Αν δεν υπάρχει αυτόματη ή πλήρως αυτόματη μηχανή, αρκεί να είναι εντελώς χειροκίνητη, δηλαδή με μοχλό όπλισης του κλείστρου και προώθησης του φιλμ. Το σύστημα φωτομέτρησης TTL, δηλαδή φωτομέτρηση μέσα από το φακό, είναι εξαιρετικά πολύτιμο βοήθημα καθώς μπορεί ο φωτογράφος να έχει μια ένδειξη ακριβείας για το πόσο φως φτάνει στο φιλμ. Διαφορετικά θα πρέπει να έχει μαζί του ο φωτογράφος ένα φωτόμετρο χειρός, με φωτοκύτταρο εντελώς μηχανικό-αναλογικό (Weston master πχ), ή ηλεκτρονικό (Lunasix, Seconik, Polaris, Minolta) που και πάλι θα χρειαστεί μπαταρία που ίσως έχει εξαφανισθεί από την αγορά. Υπάρχουν ακόμη πλήρως αυτόματες μηχανές για φιλμ που δεν έχουν μοχλό όπλισης και εργάζονται με 2 ή 4, ή 8 μπαταρίες ΑΑ.
6)      Υπάρχουν ακόμη και εντελώς χειροκίνητες φωτογραφικές με μοχλό όπλισης, αυτόματη επαναφορά καθρέφτη, που πραγματικά σε γυρίζουν πίσω στην ηρωική φωτογραφική εποχή πριν από το 1970. Αυτές είναι μηχανές που έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί με τη διαθέσιμη τεχνολογία της εποχής. Ήταν, μια εποχή που ο ερασιτέχνης, ή και ο ψαγμένος φωτογράφος, ακόμη κι ο επαγγελματίας, δεν τραβάγανε 100.000 λήψεις το χρόνο και επομένως μια μηχανή μπορούσε να εργάζεται δίχως πρόβλημα πάνω από μια δεκαετία. Αυτές οι μηχανές είναι πλέον συλλεκτικές, δεν παράγονται. Δεν υπάρχει ούτε βίδα δηλαδή για ανταλλακτικό. Ήταν σχεδιασμένες για τη θεματολογία της εποχής, που δεν απαιτούσε 24 συνεχόμενα καρέ με ρυθμό 6-8 ανά δευτερόλεπτο. Ήταν ιδανικές για ψάξιμο και έρευνα, για μακρινά ταξίδια μακριά από το πολιτισμό, μπορούσαν να δεχτούν μια σειρά εξαρτήματα ωστόσο που τις έκανε και καταπληκτικά εργαλεία. Μια μηχανή από αυτές πήγε και στο φεγγάρι!
7)      Το ασπρόμαυρο φιλμ, ή μαυρόασπρο, είναι κάτι που μπορεί να βρεθεί και σήμερα, ωστόσο κοστίζει από 4-10 € /36 στάσεις πράγμα που αναγκάζει το καθένα να υπολογίσει και να σεβαστεί το μέσο, όπως ίσως έχει ξεχάσει αφού είπαμε το κόστος φωτογράφισης με ψηφιακή μηχανή μπορεί να αφαιρεί κάποια πράγματα, αλλά προσφέρει πραγματικά θα έλεγα μηδενικό κόστος λήψης μετά την αρχική δαπάνη.
8)      Η δοκιμή. Μετά από μια πρώτη επαφή και πάλι, μετά από χρόνια, με μια Pentax MX με φακό  TakumarA f:3.5~4.5 Zoom 28-80 (κλασσικό μικρό ζουμ), θυμήθηκα και πάλι μερικές «λεπτομέρειες» από τα παλιά. Η ΜΧ είναι μεταλλική, εντελώς χειροκίνητη, μικρή, ελαφριά, κατασκευάστηκε συνεχώς σχεδόν από το 1975-1985. Μπορούσε να δεχτεί και μοτέρ που άλλαζε και το κράτημα στο χέρι χάρη στην ανατομική λαβή. Το βάρος της, μόνο το σώμα, είναι 495 γραμμάρια, δηλαδή μισό κιλό, μόνο. Είναι μια πολύ όμορφη, ανθεκτική μηχανή, με κουρτίνα οριζόντιας διαδρομής, όμορφο ήχο, και ελάχιστους κραδασμούς ώστε να επιτρέπει χρόνους έκθεσης με κράτημα στο χέρι μέχρι 1/60. Ίσως και με λίγη άσκηση στο 1/30. Το κλείστρο ελέγχεται μηχανικά με ελατήριο, που σημαίνει πως δεν χρειάζεται μπαταρία, αλλά και δεν πρέπει να μένει οπλισμένη για μεγάλο χρόνο. Μπορεί το ξεπερασμένο αυτό κλείστρο να δώσει χρόνους με ακρίβεια από Β, 1 δευτερόλεπτο, έως και 1/1000. Το φωτόμετρο όμως τη θέλει τη μπαταρία του, και είναι μια 1/3Ν 3 V (2L76/CR1/3N/CR11108). Διαφορετικά, πρέπει το μάτι σας να γίνει φωτόμετρο, η να έχετε φωτόμετρο.
9)      Όταν κατάφερα να βρω τη μπαταρία για το φωτόμετρο, διαπίστωσα πως τα μικρά led, κόκκινο-πράσινο-πορτοκαλί στο πλάι, δεν ήταν αρκετά για να δω με άνεση μέσα από το σκόπευτρο τα στοιχεία έκθεσης. Έτσι οι παλιές μου γνώσεις επανήλθαν, όπως το ποδήλατο. Αυτά τα «κακά» έχει η πείρα! Τι κάνουμε; Κοιτάμε από πού έρχεται ο ήλιος, τι εποχή έχουμε; Τι ώρα είναι; Άρα; Τι φιλμ έχω; Τι ευαισθησία έχει; Άρα χρόνος 1/125 και άνοιγμα φακού 8/11, ή 11 για το θέμα που βλέπω. Ε, δεν σκέφτηκα και πολύ, όλα έγιναν σχεδόν αυτόματα, κάτι σαν το πλήρως αυτόματο έκθεσης. Η εστίαση ήταν λίγο πρόβλημα. Θες η ηλικία, θες το θαμπόγυαλο της μηχανής με καθυστέρησε λίγο να εστιάσω. Κάποιες φορές με δυσκόλεψε, δεν το κρύβω. Ο έλεγχος του βάθους πεδίου δεν βοήθησε και πολύ καθώς η φωτεινότητα μειώθηκε δραματικά. Η ικανοποίηση από το όπλισμα και την αμεσότητα του κλείστρου ήταν και παράμενε αξέχαστη εμπειρία. Η θέαση και η φωτεινότητα του σκοπεύτρου άριστη. Ωστόσο από φωτογραφία σε φωτογραφία ο χρόνος σταματούσε μέχρι να βρω και να σκεφτώ το επόμενο στατικό θέμα. Αν ήταν ένα αθλητικό ρεπορτάζ, θα είχα τεράστιο πρόβλημα. Για στατικές και ελεγχόμενες λήψεις με αυστηρό έλεγχο εστίασης και έκθεσης δεν υπήρχε πρόβλημα.  Όσο για το black-out κατά την διάρκεια έκθεσης και μέχρι να επανέλθει ο καθρέφτης, μάλλον μου είχε λείψει. Είναι κάτι καταληκτικό όσο και ο χρόνος που μόλις έφυγε. Αυτή την αίσθηση-γνώση μόνο μια μηχανή αυτού του τύπου στη δίνει. Είσαι μόνος πάνω από τη μπάρα με τα βάρη!
10)  Πρόβλημα μεγάλο στο κράτημα; Ίσως. Αλλά ο φακός ζουμ αν και μικρός, είναι ποιο βαρύς από τη μηχανή. Το σώμα κρέμασε εμπρός, το χέρι κουράστηκε. Ειδικά το μικρό δάχτυλο και το αμέσως επόμενο είχανε αναγκαστεί να σηκώσουν το βάρος της μεταλλικής μηχανής και του φακού, αν και είναι από τις πλέον εξελιγμένες μικρές και ελαφριές της εποχής. Συμπέρασμα; Έπρεπε να έχω βάλει λουράκι στη μηχανή για να μη τη κρατώ συνέχεια! Άλλο πρόβλημα. Το σκόπευτρο δεν έχει μηχανισμό προσαρμογής διοπτριών. Έτσι τα γυαλιά μου ήταν εμπόδιο για να φέρω το σκόπευτρο κοντά στο μάτι. Σίγουρα μια φωτογραφική με σκόπευτρο τύπου High Point θα έκανε τη σκόπευση άνετη, αλλά, είπαμε είναι μοντέλο του 1975. Με μια μηχανή αυτού του τύπου, και φιλμ, το προσδόκιμο μέγιστου αριθμού λήψεων μέσα σε 10 χρόνια, για ερασιτεχνική χρήση, με πολύ ψάξιμο και έρευνα για κάθε φωτογραφία, γλέντι δηλαδή, άντε να είναι 10.000 κλικ; Τώρα ίσως και να βρεθούν φωτογράφοι που τις είχανε λειώσει με 100.000 και πλέον κλικ, αν κρίνω από τις φωτογραφίες μεταχειρισμένων που κυκλοφορούν ακόμη. Η δική μου από την όψη και το θόρυβο αν κρίνω, είναι ζήτημα αν έχει τραβήξει 100 κασέτες!
11)  Είχα φορτώσει λοιπόν τη μηχανή με ένα φιλμ 36 στάσεων, και πήγα μια μικρή πρωινή βόλτα στο κάμπο. Μέγα λάθος το ότι δεν είχα μαζί και δεύτερο φιλμάκι! Γιατί όπως πάντα, οι ποιο καλές φωτογραφίες είναι αυτές που δεν έχω πάρει! Όταν δηλαδή τράβηξα και τη 36η, είδα πως υπήρχαν εύκολες και έτοιμες, με πολύ ενδιαφέρον, εκεί κοντά μου αρκετές ακόμη. Ίσως και να έπαιρνα ακόμη 10 καλές φωτογραφίες. Να γιατί πρέπει να μάθει ο φωτογράφος να σέβεται το μέσο.
12)  Έπρεπε να έχω χρησιμοποιήσει ένα κανονικό φακό, να έχω μαζί ένα ευρυγώνιο και ένα τηλεφακό, σταθερούς και ελαφριούς, όπως παλιά. Για να μη κρεμάει το σώμα μπροστά. Έπρεπε να έχω το λιγότερο ένα φιλμ ακόμη μαζί, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν ήμουν έτοιμος και δεν είχα στο ψυγείο άλλα από παλιά. Σήμερα με κόστος 5-10€ η κάθε μια κασέτα, η αναλογική φωτογραφία αρχίζει και βαραίνει για τη μικρή μου σύνταξη. Και καλά εγώ έχω σκοτεινό θάλαμο και χημικά και θα εμφανίσω μόνος μου. Οι άλλοι τι θα κάνουν;
13)  Για την εμπειρία αξίζει όπως και να έχει να ασχοληθεί ένας φωτογράφος με το φιλμ και μια παλιά μηχανή. Ειδικά όταν του αρέσει η διαδικασία της φωτογράφισης και του ψαξίματος του κάθε θέματος και δεν βιάζεται να το ξεπετάξει, η μηχανική όπλιση του φωτοφράκτη είναι μια ιεροτελεστία. Η αμεσότητα του κλείστρου είναι απίστευτη. Οπλίζεις, σκοπεύεις, υπολογίζεις το άνοιγμα του φακού και τραβάς. Αν δεν σκοπεύεις να πάρεις φωτογραφία, δεν οπλίζεις για να μην εξασθενεί το ελατήριο. Ψηλά γράμματα; Μπορείς και να ξεχάσεις το χρόνο κλείστρου στο 125, αρκεί να μην έχει πάει για ύπνο ο ήλιος. Για το ΑΜ φιλμ ένα σφάλμα έκθεσης 1 και 2 στοπ μπορεί να περάσει από το σκοτεινό θάλαμο και να βελτιωθεί το αποτέλεσμα. Ένα ΑΜ φιλμ μπορεί να υπό-εκτεθεί και να υπέρ-εμφανιστεί με αξιόλογη και θαυμαστή αύξηση του κόκκου. Ανάλογα μπορεί να οδηγηθεί η κατανομή της τονικότητας έτσι ώστε, αν γνωρίζει τι κάνει ο φωτογράφος, να έχει και το βέλτιστο αποτέλεσμα. Ο κόκκος όπως πάντα είναι χαοτικά κατανεμημένος, ομοιόμορφος, αλλά τυχαίος. Τίποτα δεν είναι τακτοποιημένο όπως στον αισθητήρα και τη μήτρα των εικονοστοιχείων. Ένα φίλτρο πορτοκαλί μπροστά από το φακό θα κάνει τον ουρανό και τα σύννεφα δραματικά. Πολλά από αυτά μπορεί να γίνουν ψηφιακά με ένα καλό λογισμικό και στον υπολογιστή, αλλά εδώ μιλάμε για καθαρά μηχανικά και χημικά αποτελέσματα, εφικτά από το 1960-1970.
14)  Τελικά, άλλη μια φορά, η φωτογραφία για εμένα είναι ασπρόμαυρη και είναι ιεροτελεστία! Αναγκαστικά επέλεξα ένα ΑΜ φιλμ 125 ISO που είχε λήξει από το 2004 (δεν είχα κάτι φρέσκο για αρχή)! Όλες οι δυσκολίες, οι περιορισμοί, οι αυστηροί κανόνες φωτογράφισης, ένας ελαφρύς, φωτεινός και σταθερός φακός, είναι κάτι που εγώ σαν παλιός φωτογράφος θέλω κατά καιρούς και αναζητώ. Μηχανή, χειροκίνητο όπλισμα, φακός, φιλμ, διαδικασία, και εγώ, τι να λέμε; Όλα ήταν ένα πακέτο retro που θα επαναλάβω μόλις βρω μερικά φιλμ.
15)  Περισσότερα; όταν εμφανίσω και τυπώσω.