Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Είδος προς εξαφάνιση;



ο πάλιουρας, είναι αλλιώς

Καθένας μας είναι ένα μικρό κέντρο του σύμπαντος.
Από τη θέση αυτή λοιπόν, έκαστος παρατηρεί τα πάντα από αυτό το κέντρο. Ο καθένας έχει μια εικόνα, μιαν άποψη, μια κοσμοθεωρία για όλα, ή σχεδόν όλα. Και πώς να του την αλλάξεις; Μόνο με την πεδία και μέχρι ενός ορίου, όσο είναι ακόμη δεκτικός. Μερικοί, δεν κοιτούν ποτέ πίσω, στο καθρέφτη έστω. Μήπως έρχεται κι άλλος στον ίδιος δρόμο;
Μα κι ο διπλανός, αλλά και αυτός που βρίσκεται στον αντίποδα των δικών μας συντεταγμένων θεωρεί το σύμπαν από το δικό του κέντρο.
Και αυτουνού πώς να του αλλάξεις τα δεδομένα αν δεν είναι δεκτικός;
Ως φωτογράφος επί τόσα χρόνια, έμαθα να βλέπω από τη δική μου πάντα γωνία περισσότερα ίσως από όσα βλέπουν τα άλλα "κέντρα του σύμπαντος" που ζουν γύρω μου, ή δίπλα μου. Ωστόσο, πάντα είχα ανοιχτά και τα δυο μάτια όταν φωτογράφιζα για να έχω μια περιμετρική εικόνα του χώρο-χρόνου, κι όχι μόνο ο,τι δείχνει το σκόπευτρο. Σίγουρα ωστόσο μου έχουν διαφύγει και διαφεύγουν πολλά ακόμη. 
Αλλά ακούω, βλέπω, αφουγκράζομαι, διαβάζω, ψάχνω για ότι νεότερο και σκέφτομαι και προσπαθώ να το κατανοήσω ως συνέχεια των προηγούμενων.
Βλέπω όμως κάποια πράγματα που με ανησυχούν αλλά και με απογοητεύουν σφόδρα, διότι δεν βρίσκω καμιά λογική, ή συνέχεια σε νόμους, κανόνες και ιδέες που έμαθα. Έχασα κάτι;
Για παράδειγμα, θα αναφερθώ στη σχέση του ανθρώπου με τη φωτογραφία ως έχει σήμερα σαν ασχολία, τέχνη, εργασία: 
-τι φωτογραφίζουν; ποια χρήση κάνουν του μέσου; πως φωτογραφίζουν, τι φωτογραφίες αναρτούν; με τι μηχανές;
Ας κάνουν ό,τι θέλουν.
Αλλά με ενοχλούν τρομερά τα θολώματα ακόμη και σε φωτογραφίες ντοκουμέντου-ρεπορτάζ  για να μη θιγούν τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. 
Δεν ανέχομαι τις υπερβολές με τις ψηφιακές επεμβάσεις που έχουν γίνει πλέον κανόνας, σε σημείο που οι φωτογραφίες να μην έχουν καμιά σχέση με αυτό που η δική μου γενιά αγάπησε, μόχθησε, διδάχτηκε, συνέλεξε. 
Πιστεύω πως σε λίγο θα έχουν ξεχάσει όλοι πώς να φωτογραφίζουν για να έχουν αυθεντικές φωτογραφίες που δεν θα χρειάζονται πασαλείμματα και επεμβάσεις. Το φιλμ όλο και ποιο δύσκολα το βρίσκει ο φωτογράφος, αλλά και να το βρει, θα είναι ακριβό, και θα πρέπει πλέον μόνος του να εμφανίσει και να το τυπώσει σε πλαστικό χαρτί πολλαπλών διαβαθμίσεων. Χάθηκαν όμως ο σκοτεινός θάλαμος και το άρωμα της φωτογραφίας. Φρίκη!
Οι μεγάλοι φωτογράφοι έγιναν terra incognita, αλλά αυτό είναι ασήμαντο μπροστά στο ότι υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι φωτογράφοι που αγνοούν πως έφτασε έως εδώ η φωτογραφία.
Σχολές και σεμινάρια, λέσχες και ομάδες και ας είναι καλά το διαδίκτυο. Όμως όλη αυτή η ευκολία εκμάθησης της φωτογραφίας θα έπρεπε να έχει βελτιώσει τη σχέση μας με τη φωτογραφία.
Σήμερα οι περισσότεροι νομίζουν πως όλα τα κάνει το πάτημα ενός κουμπιού! Σήμερα νομίζουν πως όλα μπορεί να διορθωθούν με την επεξεργασία εικόνας. Αποτέλεσμα; Οι μισές και πάνω αναρτήσεις σε blog-sites και οι περισσότερες φωτογραφίες που βλέπουμε είναι αδιάφορες, έως και αιματικές αν κάποιος έχει έστω και λίγη επαφή με την ιστορία της φωτογραφίας. Αλλά ακόμη και αυτό θα το αποδεχτώ αν τουλάχιστον πουλάγανε με ειλικρίνεια και αντικειμενική αληθοφάνεια το υποτιθέμενο προϊόν, έστω του καταλόγου.
Κάθε εφαρμογή της φωτογραφίας έχει πλέον κυριολεκτικά παρεκτραπεί από την αρχική της ιδέα του «άπαξ και δια παντός και ως έχει η ορατή πραγματικότητα». 
Υποθέτω πως ο άνθρωπος δεν αντέχει να βλέπει την αλήθεια σε καμιά φωτογραφία, ωραία, ή άσχημη. Όλα γίνονται παραμύθι και φούμαρα και ωραιοποίηση δια της απαλοιφής της ρεαλιστικής λεπτομέρειας. Κοτάτε τα πρόσωπα στις πληρωμένες φωτογραφίες (διαφήμιση) και θα καταλάβετε. 
Εύκολα, φτηνά, και γρήγορα, και το φτηνό το πλαστικό να φαίνεται πως είναι κρύσταλλο!
Μόνον οι παλιές φωτογραφίες ίσως κινούν το ενδιαφέρον των μεγάλων, και οι φωτογραφίες που επιβεβαιώνουν πως πραγματικά έστω και έτσι, έστω και προσωρινά, περάσαμε από αυτή τη γη. Βλέπε δηλαδή ελαφρότητα στις φωτογραφίες κοινωνικής δικτύωσης κλπ. 
Οι νέοι φωτογράφοι, τι παραδείγματα θα πάρουν βλέποντας όλα αυτά;
Μόνο οι φωτογραφίες διαβατηρίου, ταυτότητας, των μηχανικών για τα πιστοποιητικά, των ασφαλιστών για τα ατυχήματα, ή τα αντικείμενα που πρέπει να ασφαλιστούν παραμένουν και πρέπει, με τη καθαρή έννοια φωτογραφίες δίχως φόβο και πάθος και φωτοσουπιές. Ωστόσο αυτό δεν είναι τέχνη, είναι τεχνική.
Πώς να με πείσει πλέον αυτή η καλλιτεχνική-αισθητική παραμόρφωση; 
Μπορεί να πείσει ίσως κάποιον άλλο που σκέπτεται και βλέπει;
Με την εξάπλωση της χρήσης της φωτογραφικής μηχανής δεν υπήρξε πρόβλημα στην φωτογραφική αισθητική πέρα από την απελευθέρωση της θεματολογίας καθώς η φυσική επιλογή και αποδοχή της καλής και ωραίας φωτογραφίας λειτούργησε αποτελεσματικά. 
Από τη στιγμή όμως που και «η κουτσή Μαρία» κατάλαβε πως μπορεί να αλλοιώσει την ορατή πραγματικότητα με τις ψηφιακές δημιουργικές επεμβάσεις και να τραβάει ότι της κατέβει κι όπως βγει, το πράγμα ήρθε και έδεσε. Έχω καταμετρήσει σε μικρές ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές πάνω από 20 έτοιμα δημιουργικά προγράμματα φωτογράφισης! Εδώ ο ρόλος του «χρήστη» ποιος ακριβώς είναι; Αρκεί μόνο να μάθει τα προγράμματα;
Και εγένετο pulp fiction.
Και οι φωτογράφοι έγιναν «χρήστες», και ο καθένας χρήστης θέλει να μας πείσει πως και αυτό που τράβηξε και μας δείχνει υπερήφανος είναι τέχνη! Εφόσον η φωτογραφία είναι τέχνη και με το νόμο, ότι προκύψει από το πάτημα του κουμπιού της μηχανής, είναι τέχνη.
Είναι όμως; Αρκεί να νιώσει ο καθένας ικανοποιημένος επειδή κατάφερε να δει στην οθόνη της μηχανής του κάποιο ίχνος της ορατής πραγματικότητας που το πρόγραμμα κατάγραψε;
Διαβάζω για διάφορα που συμβαίνουν στο μοναδικό ίσως είδος εφαρμοσμένης φωτογραφίας που δείχνει κάπως να κινείται στη χώρα μας, και εννοώ τη φωτογραφία γάμου, γιατί στα βαφτίσια ίσως δεν μένουν πολλά περιθώρια δημιουργικών ακροβασιών. Έτσι λοιπόν κάνουν οι φωτογράφοι ότι μπορούν για να πουλήσουν, και πολύ καλά κάνουν. Ωστόσο, μετά από χρόνια, όλο που θέλει το ζευγάρι είναι μια φωτογραφία που να είναι μαζί, να είναι όμορφοι, αλλά όχι ψεύτικοι. Θέλουν να θυμηθούν τι στιγμές του γάμου, να δουν τα πρόσωπα των φίλων και συγγενών, όχι παραμορφωμένα, όχι «γλειμμένα» από το δημιουργικό ψηφιακό ρετούς, και φυσικά ελάχιστα ζευγάρια κατέχουν γνώσεις υποκριτικής.
Άρα; Όλα θα είναι ένα ψέμα, μια στημένη παράσταση. Θα  πει κάποιος σκεπτικιστής:
-μα και η γαμήλια τελετή μια παράσταση δεν είναι;
Εξαρτάται από το πόσα ψέματα μπορεί να αντέξει ο καθένας και πως τη βρίσκει με τα θεάματα και τα μυστήρια. Γιατί παραμένει μυστήριο ο γάμος και η βάπτιση, μόνο που οι φωτογραφίες πλέον δείχνουν να μην έχουν σχέση με αυτό, αλλά βρίσκουν αφορμή για να βγούμε φωτογραφίες, που διαφορετικά δεν θα βγάζαμε. Και να που ο καθένας καλεσμένος έχει τη δική του ψηφιακή και τραβάει και ο,τι βγει…και επαγγελματίας προσπαθεί να δείξει κάτι ποιο καλό γιατί η σύγκριση καραδοκεί πάντα και ποτέ δεν είναι πλέον μόνος του μέσα στο χώρο.
Το κακό πάντως εξαπλώνεται σαν τη πανούκλα του συγγραφέα Α. Κ.
Εφαρμογές δικτύωσης.
Λίγες ημέρες πριν, βρήκα ένα κατάλυμα που ήξερα πως ακριβώς ήταν πριν το 2010. Είχα και ψηφιακές φωτογραφίες που είχα βγάλει τότε για πλάκα.
Ε, λοιπόν, από τις φωτογραφίες που είχε αναρτήσει ο «υπεύθυνος» γραφίστας, θα μπορούσα να ζητήσω τα λεφτά μου πίσω!
Όλα ήταν ένα τεράστιο ψέμα. Πουθενά το έδαφος γύρω δεν υπήρχε πράσινο, όλα ήταν παραμορφωμένα από τον φακό ευρείας γωνίας, όλα ήταν υπερβολικά ειδυλλιακά, πειραγμένα τα χρώματα δίχως όριο. Καμιά απολύτως σχέση με τη πραγματικότητα δεν υπήρχε στις φωτογραφίες. Οι χώροι ήταν ίδιοι, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν πέρα για πέρα από κάπου αλλού. Τι υπήρχε πίσω από την εγκατάσταση; Ότι «ενοχλητικό» υπήρχε στη πραγματικότητα, είχε επιμελώς «βελτιωθεί»!
Θα πει κάποιος μα καλά, εσύ ήσουν τέλειος; Και βέβαια όχι, αλλά τραβούσα 2-3 φιλμ το πολύ των 36 στάσεων και παρέδιδα 100 καλές φωτογραφίες καθώς δεν έκανα περιττές λήψεις, αλλά καραδοκούσα να δω καλές εκφράσεις, ενδιαφέροντες φωτισμούς, και φυσικά οι φωτογραφίες να δείχνουν αυτό που υπήρξε όπως υπήρξε. Δεν έλεγα, δεν έδειχνα ψέματα. Τραβούσα και ένα φιλμ ασπρόμαυρο δίχως φλας και τελικά όλοι είχανε να λένε για τις φωτογραφίες που δεν θέλανε αρχικά να ακούσουν τίποτα. Τελικά καταλαβαίνανε πως η φωτογραφική τέχνη είναι η υπέρβαση της ορατής πραγματικότητας, και το ασπρόμαυρο πραγματικά ανατρέπει την οπτική εντύπωση που έχουμε από τη πραγματικότητα. Τα μόνα «ψέματα», ήταν: η υπέρβαση του ασπρόμαυρου, η δική μου γωνία σκόπευσης, η «μαγική» στιγμή.
Σήμερα, τραβάνε πάρα πολλές φωτογραφίες, ίσως και 2000, με χιλιάδες ευαισθησία ISO, δίχως φλας ίσως, έγχρωμες, πειραγμένες στο έπακρο. Προσπαθούν να πείσουν πως έτσι ήταν, κι ας μην ήταν, κι όλα για τον επιούσιο, ή ίσως από πραγματική ικανοποίηση πως εφόσον αυτό προσφέρει η τεχνολογία, αυτό θα είναι και το πρέπον. Λίγοι πελάτες ακούω πως είναι ικανοποιημένοι, λίγοι πληρώνουν τα συμφωνημένα, προκύπτουν ανάγκες βλέπετε μετά το γάμο απρόβλεπτες. Αλλά και τόσες πολλές φωτογραφίες, τόσο όμοιες ανάμεσά τους τι να τις κάνουν; Είναι και αυτή η καταραμένη οικονομική κρίση!
Ωστόσο, εγώ κατέληξα στη σύνταξη (τα κατάφερα) και στο αυστηρό ασπρόμαυρο. Φωτογραφίζω πλέον τοπία και σύννεφα μόνο, όταν φωτογραφίζω. Δεν θέλω να μου κολλάει κανένας γιατί τον φωτογράφησα, και να μη με ενοχλεί, και να μη με προσβάλλει. Γιατί με τέχνη θέλω να είμαι εντελώς ελεύθερος μέσα στο κελί μου. 
Ένα μικρό κέντρο του σύμπαντος είμαι και μπορεί πάντα να κάνω λάθος, ωστόσο έχω άποψη και συλλογή με χιλιάδες-αμέτρητες φωτογραφίες και αυτά που βλέπω καθημερινά μόνο αδιαφορία μου προκαλούν. Γιατί θυμάμαι μια προς μια χιλιάδες φωτογραφίες που μου άρεσαν για την αλήθεια, το φως, το θέμα, το κάδρο, τη σύνθεση.
Όμως αν δεν συμφωνείτε, έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, και εσείς, και εγώ.
Άμα εξαφανιστώ, κάντε ό,τι θέλετε. 
Και τώρα αυτό κάνετε.

Γιάννης Γλυνός

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

το βασίλειό μου για ένα άλογο...



Απρίλιος 22 του 2017, στη Λούτσα.

Η μεγάλη των μοτοσικλετών σύναξης



Απόγευμα Σαββάτου, έξι η ώρα, 12 βαθμοί Κελσίου, 
με ικανό βοριαδάκι (που τα αρνάκια παγώνει), 
μαζεύτηκαν άναρχα και αυτόνομα μπροστά στο φιλόξενο «Τρόλεϊ» μικροί, και μεγάλοι μοτοσικλετιστές, με μικρές, μεσαίες και μεγάλες μηχανές.
Οι περισσότερες δίτροχες «κυρίες» ήταν παλιότερης κοπής και παραγωγής. 
Ωστόσο όλες οι παρουσίες, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό, την μεγάλη αγάπη των αφεντικών για το δίκυκλο,
κι ας είναι παλιό και δύστροπο μερικές φορές.
Δίπλα, στην άμμο, υπήρχε όση ώρα έμεινα «ζωντανή» μουσική ικανής έντασης, ροκ και μπλουζ φυσικά, και ηλιοβασίλεμα. Τι άλλο;
Οι «μηχανόβιοι» είχαν απλωθεί είτε στις ξαπλώστρες και τις όποιες καρέκλες δεν είχε κάψει ο ήλιος και η αρμύρα.
Δεν ξέρω αν έχει σχέση, αλλά από μερικές μηχανές θυμήθηκα το βιβλίο «οργισμένος βαλκάνιος» και τη Μάτσουλις που περιέγραψε η πένα του Πετρόλπουλου.
Παιδιά, μικρά και μεγάλα, και πολύ μεγάλα, αλλά και «μωρά» ανάμεσα 20 και κάποια «άντα» ίσως. 
Ήταν και πολλά τριμμένα τζιν, και μαύρα δερμάτινα μπουφάν, και σουβλάκια, και μπύρες στο χέρι, και παρέες.
Και τραβούσαν φωτογραφίες με κάθε διαθέσιμο μέσο, και έκανε κρύο, και υγρασία (δίπλα στη θάλασσα ήταν η μάζωξη).
Η "έκθεση ιδεών" είχε και πατέντες και μετατροπές, πολλές μετατροπές.
Μετατροπές που έγιναν από ανάγκη αισθητική, ή λειτουργική και αναγκαστικά εφόσον για κάποιες από τις μηχανές αυτές δεν υπάρχει ούτε βίδα, ούτε φλάντζα, ούτε το παραμικρό αναλώσιμο από την αρχική κατασκευή. 
Ίσως ήταν και μια μικρή γεύση, ένα δείγμα από Κούβα. Ένα μουσείο μηχανών, αντί για τα παλιά αμερικάνικα αυτοκίνητα.
Σουλάτσο και σχόλια για τις μετατροπές, θετικά και αρνητικά μερικές φορές, παλιοί γνώριμοι (από τους προσκόπους ίσως), μηχανόβιοι από κούνια, ή και νεώτερης γενιάς. 
Ήταν εκεί από παπάκια πειραγμένα, ή και απείραχτα (που δεν πρόλαβαν ίσως), μέχρι «τέρατα» υδρόψυκτα, με δυο ή και με τρεις τροχούς, με αρκετά «κύλινδρα», πειραγμένες εξατμίσεις, εισαγωγές να αστράφτουν, αρκετό νίκελ, κάποιες υπέρ-κατασκευές με πιρούνια να προηγούνται της μηχανής ένα με δυο μέτρα! Κι άντε να στρίψει αυτό στα στενά της Πλάκας.
Ένα κοινό υπήρχε μόνο να τα ενώνει όλα αυτά: η μηχανή.
Τι ακριβώς είναι η μηχανή;
Αρχικά είναι γένους θηλυκού η μηχανή, κι ως εκ τούτου αυτές ειδικά οι μηχανές που ήταν εκεί μάλλον δεν τα πάνε καλά με τις γυναίκες, αν κρίνω από τις πολλές μονοθέσιες μετατροπές. 
Ένα πράγμα άγρια δύση, να πούμε.
Βασικά μηχανή, είναι ο κινητήρας, όλα τα άλλα έπονται. Είναι η αγάπη και η τρέλα να τον ακούς να γουργουρίζει, ή να σκούζει, ή να ουρλιάζει, να υπακούει άμεσα, ή να βαριέται, σαν άνθρωπος ένα πράγμα. Χαρά και αγαλλίαση όταν ξυπνήσει το «κτήνος», ή ο «δεινόσαυρος». Απελπισία όταν δεν…θέλει βρε αδερφέ η «χουζουρλού» να πάρει μπρος.
Κι αλοίμονο αν σε αφήσει η μηχανή επάνω στη στροφή, ή στο ταξίδι για την Ηθάκη και πεθάνει ο κινητήρας...
Και πάντα με το καλό παρακαλώ, εδώ οι αγριάδες δεν περνάνε, για να μη στα δώσει στο χέρι.
Ένας προσπάθησε να κάνει πουλήσει τσαμπουκά σε μια παλιά, με μανιβέλα, και ξέρεις εσύ τι έγινε.
-Με το μαλακό πάντα με τη μανιβέλα φίλε, μη πάρει ανάποδες!
Όμως υπήρχαν και μερικές εξαιρέσεις με άγρια μοτεράκια, σύχρονα, όπως πάντα.
Λίγο ζέσταμα αφού πάρει μπρος, λίγο λαδάκι, λιγάκι καύσιμο και φύγαμε.
Η ζωή μου, η μηχανή μου. Πολλά θέλει ο Έλληνας; Το του ζητάει η μηχανή;
desmo, ducati
 














Ένα παλιό δίχρονο ανατολικού μπλοκ, που ακόμη αναπνέει λαδάκι και μπενζίνα

























Λίγα χιλιόμετρα από τη Λούτσα, είχε και εμπορική έκθεση σύγχρονων μοτοσικλετών, αλλά τι να πας να δεις εκεί;


η ζωή είναι όμορφη και μετά θάνατο!

Περί της ιδέας της μηχανής γενικά.
Να μια κλιμάκωση αξιών για παράδειγμα από κάτω, προς τα επάνω.
1) Μοτοποδήλατο (έχει και πεντάλ και μηχανή μέχρι 50 κυβ),
2) Μοτοσακό δίχρονο συνήθως πενηνταράκι mobilet, είδος προς εξαφάνιση!
3) Μηχανάκι, οτιδήποτε με δυο ρόδες και μηχανή από 50 μέχρι 75 κυβ, ή όσο άνοιγμα επιτρέπει ο «κύλινδρας».
4) Βέσπα από 125-250 (δίχρονη με μανιβέλα), όλα τα άλλα είναι αντίγραφα!
5) Μοτοσικλετάκι από 100 μέχρι 150 κυβ,
6) Μοτοσικλέτα-αγάπη μου, από 175 κυβ και βάλε, ας πούμε 1300 κυβ καλά είναι; Να τα αφήσω; 
Λειτουργία: δυο χρόνοι, ή τέσσερις, 
με ένα κύλινδρο, δυο, τρεις, ή τέσσερις. Τώρα αν κάποιος βρει μηχανή και με 6 κυλίνδρους, τι να πω;
Μηχανή μια άλλη άποψη. 
Εγώ θεωρώ μηχανή ότι έχει δυο ρόδες και κινητήρα από 250-650, ασχέτως αριθμού κυλίνδρων. Η κλασσική μηχανή-μοτοσικλέτα για εμένα έχει 2 κυλίνδρους άσχετα με τους χρόνους λειτουργίας (δυο η τέσερις). 
Η μηχανή πρέπει να είναι απλή αξιόπιστη, εύκολη στην επισκευή και συντήρηση, οικονομική στην οδήγηση, ελαφριά, δυνατή και σχεδιασμένη για τη χρήση που τη θέλουμε. 
Η δίχρονη μηχανή και με ένα κύλινδρο θα τα καταφέρει μέσα στην Αττική με λίγο κούνημα παραπάνω (κραδασμό), 
η τετράχρονη τα βολεύει ποιο καλά, αλλά είναι ποιο απαιτητική σε γνώσεις συντήρησης.
Και για μηχανάρα, βάλτε της επάνω ό,τι κυβικά προαιρείστε αρκεί ο σκελετός να αντέχει και τα φρένα να τη κρατήσουν.
 Προσωπική πείρα
Τι έχει περάσει από τα χέρια μου;
Με χρονολογική σειρά.
Ariel πριν βγάλω όλα μου τα δόντια, με έβαζε ο πατέρας στο ντεπόζιτο, για να μαθαίνω!
Yamaha fs1 50cc από 22 ετών και πάμε…
Yamaha rd 50cc
Honda cd 50cc (όλο μου έμενε από ρύθμιση πλατινών, απαίσιο τιμόνι)
Honda bobos 50cc ( μεγάλη πλάκα, με πέταξε δυο φορές κάτω)
Gilera 125cc (έσπαγε με θρησκευτική ευλάβεια κάθε 4500 χιλιόμετρα το εξάρτημα που έσπρωχνεz τους δίσκους ταχυτήτων), στα 15.000 την έδωσα. Ωραία μηχανή όμως για τη κατηγορία της.
Moto Guzzi 250cc/4cyl (απίστευτη μηχανή, φρένα, σκελετός, μοτέρ και απίστευτες επιταχύνσεις), αλλά: τραγωδία τα φλοτέρ που κόλαγαν, τρομερά μικρή αυτονομία, αδύνατο να βγάλεις το καπάκι για να ρυθμίσεις βαλβίδες, ουδεμία υποστήριξη, σπάσανε ότι ήταν πλαστικό στο συνεργείο. Όμως όταν καθάριζε στις 12.000 στροφές, κατάπινε τις στροφές σαν, τι να πω; Κρίμα τη φίρμα.
Suzuki X7 250cc, μηχανή δίχρονη καλή, αλλά σκελετός, λάστιχα και αναρτήσεις κόλαση, δηλαδή χάλια, τα άλλαξα αμέσως. Μου την έκλεψαν με 32.000 χιλιόμετρα. Έσκασα.
Suzuki GSX 250cc τετράχρονο μοτέρ, τα ίδια με λάστιχα, αναρτήσεις με το Χ7. Άλλαξα και εξάτμιση που τρύπησε στο χρόνο επάνω. Θόρυβος και κάψιμο, βαρύς κινητήρας  και σκελετός για τα κυβικά του, παρά το διπλό στροβιλισμό ήταν λίγα τα κυβικά και μεγάλο το βάρος.
Montesa Cota treil 348, δίχρονη, με ένα κύλινδρο, μανιβέλα για ήρωες. Αυτό ήταν το όνειρο που απόχτησα στα 26, αλλά δεν τη χάρηκα για πολύ. Την έδωσα μετά από 3 χρόνια και με μόλις 3.000 χιλιόμετρα. Ήτανε η μοτοσικλέτα! Απίστευτη για δυσκολίες και χώμα και πέτρες κλπ, αλλά για τελική σε ανοικτό δρόμο πήγαινε σκασμένη μέ 90 χιλιόμετρα. Άριστη ανάρτηση και ισοροπία.
Yamaha QT 50 cc  ήταν το ποιο πρακτικό και αξιόλογο μηχανάκι που χρησιμοποίησα αλλά με τε΄λική μόλις 45 χιλιόμετρα!
Suzuki 50cc το πήρα μεταχειρισμένο το μοσικλετάκι με 7.500 χιλιόμετρα, έκανα άλλα 35.000 και το έδωσα γιατί το έτρεχα στο τέλος πολύ. Κανένα μηχανικό πρόβλημα, απλά ήταν βαρύ και αργό.
Astrea 100cc, κάτι ανάμεσα σε μηχανάκι, καρέκλα με ρόδες και μηχανή, αλλά ήταν εργαλείο για όλες τις δουλειές μέσα στην Αθήνα. Στα φρένα, το πιρούνι και τις στροφές, έλεγες το «πάτερ υμών». Η ποδιά με προφύλαξε από όλες τις βροχές.
Είχα τελικά μια προτίμηση στις μικρές μηχανές τώρα που το σκέφτομαι.
Μετά, το βράδυ, έβαλα στο DVD το «Easy rider» και έφυγα…




πολύ καλή προσπάθεια, αλλά μικρό ρεζερβουάρ!









αυτό το "μηχανάκι" δεν ήξερα οτι υπάρχει!



















































αυτός πως βρέθηκε εκεί;



εγώ πάντα ήθελα να γίνω harley!



 ουπς, αυτον καπου τον ξέρω!

δεν ξέρω τι λέτε, μου αρέσει!


 βρε που τον έχω δει ξανά;









Κούκλα, αν είχε και δυο κυλίνδρους, θα ήταν ποιο καλή!


Και του χρόνου παιδιά, και να μη χαθούμε.