Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Λόγος και λογοτεχνία


Γεννήθηκα το 1948.
Δεν απολογούμαι, αλλά θα πρέπει να καταλάβετε πως γράφω και μιλάω με αυτό το τρόπο εφόσον ότι έμαθα, όπως το έμαθα, το απόκτησα μέσα από αρκετές γλωσσικές μεταρρυθμίσεις. Χρησιμοποιώ γενικά ότι θυμάμαι και το βρίσκω ποιο εύηχο και βολικό. Δεν κάνω ότι λένε οι γλωσσικοί κανόνες που επιβλήθηκαν, αδιαφορώ για τους λόγους που έγινε αυτό. Συχνά δεν θυμάμαι τους κανόνες, έτσι όταν βρω τα σκούρα, γράφω όπως σκέφτομαι.

Δεν έχω αντίρρηση να γίνονται αλλαγές για το γενικότερο καλό, έχω σοβαρές διαφωνίες όμως για το πώς επιβάλλονται, πως ερμηνεύονται και πως εφαρμόζονται με ένα συγκεκριμένο λεξικό στο χέρι. Κι όμως η επίσημη κρατική μηχανή χρησιμοποιεί το λόγο σαν να μην έλαβε γνώση, ακόμη!

Πέρασα λοιπόν από την αρχαία Ελληνική, στη νέα αλλά αρχαιοπρεπή καθομιλουμένη υποτίθεται. Στη πράξη ήταν μορφή καθαρεύουσας. Μετά; περάσαμε στη σημερινή δημοτικιά, κατά το λεξικό δημοτική. Μια Ελληνική δημοτική που πολλές φορές περιέχει λέξεις που ακούγονται κάθε άλλο από ευχάριστες στο αυτί, δηλαδή δεν είναι εύηχες.
Πραγματικά η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό! Πώς να εξηγήσω διαφορετικά το ότι άλλα γράφει το λεξικό του Μπαμπινιώτη που το έκαναν Ευαγγέλιο, άλλη γλώσσα χρησιμοποιεί ακόμη το δημόσιο, στις δηλώσεις, στα δικαστήρια, στη βουλή. Άλλη γλώσσα ακούμε και μιλάμε στο δρόμο, αν πετύχουμε Έλληνα. Πολλές από τις αλλαγές ακούγονται απίστευτα βαριές και χυδαίες στα αυτιά μου καθώς έχω περάσει όλο αυτό το πλούτο των γλωσσικών αλλαγών. 

Ένας σύγχρονος, νέος φιλόλογος, θα πει πως δεν ξέρω ούτε να γράφω, ούτε να ομιλώ. Το ίδιο όμως σκέπτομαι και εγώ για όλους τους νέους που ακούω να ομιλούν. Στα κείμενα που διαβάζω αποδέχομαι σχεδόν τα πάντα, γιατί ο καθένας γράφει όπως τον βολεύει, χρησιμοποιεί έννοιες και λέξεις που αποδέχεται αισθητικά. Κι αν θέλετε να ξέρετε αυτόν που δεν ήθελα να διαβάσω στο Γυμνάσιο τότε, τον Αλ. Παπαδιαμάντη, σήμερα τον λατρεύω, γιατί έχει ο καιρός γυρίσματα. Γιατί παραμένει ο άξιος κλασσικός δημιουργός όσα κι αν αλλάξουν στην αισθητική μας, ειδικά αν οι αλλαγές γίνουν υποχρεωτικές. Για σκεφθείτε πως θα ακουγότανε από άμβωνος ένα κείμενο του Ευαγγελίου γραμμένο στη σημερινή δημοτική. Αρχικά πρέπει να γίνει και πάλι μετάφραση γιατί ανάλογο κείμενο δεν υφίσταται, ακόμη. Θα είχε μεγάλη πλάκα να γραφτεί ξανά το ευαγγέλιο στη σημερινή δημοτική με λέξεις κλειδιά από το λεξικό του Μπαμπινιώτη! 

Κατάφερα λοιπόν και διάβαζα παιδικά βιβλία περιοδικά κλπ πριν μάθουμε «όλα τα παιδάκια» να διαβάζουμε στη πρώτη δημοτικού. Μου άρεσε το διάβασμα. Διάβαζα βιβλία όπου τα έβρισκα και καθώς εμείς σπίτι δεν είχαμε πολλά-πολλά με τα βιβλία γιατί ούτε χώρο είχαμε ούτε περίσσευμα χρήματα για να αγοράσουμε βιβλία, σε κάθε επίσκεψη σε φιλικό σπίτι στρίμωχνα ένα βιβλίο και ξεκοκάλιζα ότι προλάβαινα. Έμαθα να διαβάζω γρήγορα, όχι τα πάντα αλλά κυρίως τα λογοτεχνικά βιβλία. Αργότερα, όταν η γιαγιά μου έβγαλε χαρτζιλίκι από τη σύνταξή της, θυμάμαι θα αγόραζα ή ένα βιβλίο, ή μια γλάστρα με λουλουδάκι, ένα λουβαράκι ή ένα καρδερίνι. Πάντα υπήρχε ένα κλουβί στο σπίτι και μερικά βιβλία κρυμμένα κάτω από πράγματα που η μητέρα μου δεν έβρισκε. Η μάνα, αλλά κι ο πατέρας, με μάλωναν όταν με έβρισκαν με λογοτεχνικό βιβλίο στα χέρια. Ήθελαν να διαβάζω μόνο τα μαθήματα και να γράφω ότι μας έβαζαν στο σχολείο, πρώτα από όλα. Εγώ πάλι πάντα ήθελα να χάνομαι στο παραμύθι του θέματος ενός βιβλίου.

Οι βιβλιοθήκες των σπιτιών τότε είχαν μια λαϊκή θα έλεγα συλλογή βιβλίων ευρείας αποδοχής. Πριν τελειώσω το εξατάξιο κολαστήριο, γυμνάσιο ήθελα να πω, είχα διαβάσει αν θυμάμαι καλά και είχα ακούσει από τη ραδιοφωνική βιβλιοθήκη τα παρακάτω βιβλία.
Ο γύρος του κόσμου, από τη γη στη σελήνη, ο πιλότος του Δούναβη, ο ναυαγός της Κύνθια, από το Καύκασο στο Πεκίνο, ο φάρος στην άκρη του κόσμου, ένας Γιάνκης του Κονέκτικατ, οι άθλιοι, οι εργάτες της θάλασσας, ο γέρος και η θάλασσα, για ποιόν κτυπά η καμπάνα*, η Παναγία των Παρισίων, Αμρι α Μούγκου, η πείνα, ένας αλήτης παίζει σούρντινα, ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, ο μάγκας, τα μυστικά του βάλτου*, το κάστρο, το μαργαριτάρι, σε έναν άγνωστο θεό*, ο γέρος κι η θάλασσα, τα σταφύλια της οργής*, ο δρόμος με τις φάμπρικες*, οι μεγάλοι εξερευνητές, Ελληνική μυθολογία, Μαγγελάνος, ουδέν νεώτερο από το δυτικό μέτωπο, Ρωτόκριτος (του Β. Κορνάρου), πέρα από το ανθρώπινο. Είχα επίσης μια σειρά από βιβλία Βίπερ όπως : ο θαυμαστός καινούριος κόσμος, ο θησαυρός της σιέρας Μάντρε, δυο βιβλία για τον ο ισπανικό εμφύλιο, ο εικονογραφημένος άνθρωπος, οι επικυρίαρχοι, ήταν μια φορά ένας πόλεμος, η ξενοκρατία στην Ελλάδα, οι μεγάλοι κατάσκοποι, η σύντομη παγκόσμια ιστορία του Ουέλς, η δίκη, η πανούκλα. 
Ακόμη: το 1984* (λίγα χρόνια μετά), η φάρμα των ζώων*, ο μικρός πρίγκιπας, Αλέξης Ζορμπάς, καπετάν Μιχάλης, ο Χριστός ξανά-σταυρώνεται*, ένα παιδί μετράει τα άστρα, άνθρωποι και ποντίκια, το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ *, η ελπίδα, ανατολικός και δυτικός και δυτικός άνεμος, ο βαρκάρης του Βόλγα, τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, τα παραμύθια του Άντερσεν, πόλεμος και ειρήνη, ασκητική, εισαγωγή στη ψυχανάλυση, ιστορία 20 αιώνα*, γράμματα στον αδελφό μου Τεό, Πεταλούδας*, σύγχρονη δημοσιογραφία (4-5 βιβλία), Ελληνική νομαρχία, ο ζητιάνος, τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, την αποκάλυψη, κι άλλα. Μετά τα 22 μου απόκτησα βιβλιοθήκη κατά πως την ήθελα, απόκτησα βιβλία για τη τεχνική και την αισθητική της φωτογραφίας, τη θεωρία και τη πρακτική της φωτογραφίας, λευκώματα και άλλα, βρήκα βιβλία για τη μουσική. Η όποια μόρφωση συμπληρώθηκε με πάρα πολλές «εξωσχολικές» δραστηριότητες και ταινίες. Από αυτές, «ο κύκλος των χαμένων ποιητών» με άμεσες συγκλονιστικές αναφορές στην αξία της λογοτεχνίας με ταρακούνησε. Σήμερα έχω πάνω από 600 σημαντικές ταινίες και ανάλογο αριθμό βιβλίων. Όσο για μουσική; έχω χάσει το μέτρημα των δίσκων γενικώς. Τις ταινίες τις μάζευα και τις μαζεύω σε όποια μορφή τις βρίσκω. Διάβασα και διαβάζω ακόμη περισσότερα βιβλία. Αυτά που έχω με αστερίσκο, τα έχω διαβάσει περισσότερες από δυο φορές, τα αγαπώ ιδιαίτερα.

Υπάρχουν κάποιο λόγοι που γράφω σήμερα αυτό το κείμενο.
1)     Δεν θέλω να ξεχάσω αυτά τα βιβλία.
2)     Θέλω να σχολιάσω πως διάβασα σε εφημερίδα πως το μάθημα της λογοτεχνίας και της νέας Ελληνικής δεν θα εξετάζεται ως ύλη εισαγωγής σε κάποιες σχολές! Μα γιατί;
3)     Να πω πως όπως διδάσκεται το φιλολογικό μάθημα δεν κινεί ίσως κανένα ενδιαφέρον στα παιδιά. Αν κρίνω από τη φάτσα μου, διάβασα γρήγορα γιατί μου άρεσε να διαβάζω μόλις έμαθα να βάζω τα γράμματα στη σειρά. Μου άρεσαν οι συλλογές με τα κείμενα των σχολικών βιβλίων πολύ πριν τα κάνουμε μάθημα κάποια από αυτά, αλλά δεν μου έφταναν. Σκέφτομαι πως, αν αλλάξει ο τρόπος διδασκαλίας του μαθήματος να σηματοδοτήσει το μεγάλο ξύπνημα στη μάζα. Ας ρωτήσουν και τους μαθητές καμιά φορά τι θέλουν. Το θέλουν;
4)     Οι επιλογές μικρών αποσπασμάτων, ποιημάτων και κειμένων είναι απαραίτητες, μπορεί να μας οδηγήσουν να γνωρίσουμε ότι υπάρχουν  λογοτέχνες, σπανίως όμως θα μάθουμε την αξία τους αν δεν διαβάσουμε ένα έργο ολόκληρο. Όσο για το δάσκαλο και τις απαράδεκτα λιγοστές ώρες, τι να πει κανείς; Μια ζωή, αυτή η μίζερη ζωή μας, δεν θα φτάσει για να γνωρίσουμε τουλάχιστον όλους τους σημαντικούς λογοτέχνες.
5)     Το επιχείρημα πως διαβάζοντας μόνο τα αποσπάσματα θα διδαχτούμε το πώς γράφεται ένα λογοτέχνημα δεν στέκει. Γιατί και πάλι εγώ ποτέ δεν έγραψα καλή έκθεση όσο πήγαινα στο σχολείο. Παρά το ότι είχα διαβάσει πάρα πολλά βιβλία με την έκθεση δυσκολευόμουν. Ίσως αν είχα τότε υπολογιστή κάτι να έκανα ποιο καλό. Είναι όμως άλλο πράγμα το διαβάζω, άλλο το γράφω. Όπως είναι άλλο πράγμα να ακούω μουσική και άλλο να γράφω, ή να παίζω μουσική. Είμαι θαυμάσιος ακροατής, αλλά απαράδεκτος μουσικός!
6)     Η έκθεση ιδεών διδάσκεται. Η πραγματική δύναμη και η αξία του λογοτέχνη απαιτεί ταλέντο, πραγματικό ψήσιμο στη ζωή, κάτι να έχει να μας πει, κάτι να μας συγκινήσει και να μας ταρακουνήσει. Ένας λόγος που μου αρέσει το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ είναι πως δεν είναι το λογοτεχνικό κείμενο ενός έμπειρου λογοτέχνη με "δυνατή πένα". Είναι ένα χρονικό, μια άδολη κατάθεση ψυχής ενός πολύ νέου ανθρώπου που υφίσταται το κοινωνικό περιορισμό, το ρατσισμό, τον εγκλεισμό, τη πείνα, τη φτώχεια, τη καταπίεση, τη βία του στενού περιβάλλοντος, το ερωτικό νεανικό ξύπνημα και την ολοκληρωτική βία του πολιτικού συστήματος κατοχής της Ολλανδίας από τους Ναζί. Τι ζωή έζησε! Πως πέθανε!
7)     Τελικά ότι πάρει ο νέος από εξωσχολική δραστηριότητα βοηθάει πολύ περισσότερο από τα ψίχουλα που δίνει το πρόγραμμα παροχής πληροφοριών του σχολείου. Και αυτό γιατί για τη μάθηση πρέπει να υπάρχει ενδιαφέρον και εγώ δεν είχα κανένα ενδιαφέρον να γράψω. Να διαβάσω ήθελα μόνο, να ζήσω το παραμύθι του συγγραφέα. Σε αυτό το εκπαιδευτικό μας σύστημα πέτυχε με το παραπάνω, δεν λέω.
8)     Σκέφτομαι πως θα δεχόταν ίσως ποιο ευχάριστα η μαθητική κοινότητα ένα μάθημα λογοτεχνίας και φιλολογίας αν περιείχε έστω αποσπάσματα από μερικά βιβλία που πραγματικά θα ενδιέφεραν τα ευαίσθητα νιάτα κι όχι τις κονσέρβες των σιτεμένων μυαλών των μεγάλων.

Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι πως θεωρούμε την έκθεση (που είναι βασικά έκθεση ιδεών και τη βαθμολογούμε για τις ιδέες και τον τρόπο που καταγράφονται στο χαρτί), και λογοτεχνικό είδος. Όμως εγώ νομίζω ότι δεν μπορεί κανείς να γράψει έκθεση στο σχολείο  σε μια γλώσσα που δεν είναι κονσέρβα. Αν μπορεί να βάλει την εξυπνάδα του και τα επιχειρήματα στη σειρά σήμερα στο σχολείο, αύριο θα γίνει, ίσως πολιτικός και θα τον εκτιμούν όλοι! Μα αν ήταν έτσι, κάθε άριστος γνώστης της γραμματικής του λεξικού και του συντακτικού, με άριστα στην έκθεση ιδεών, θα ήταν και λογοτέχνης, όπως ο Παπαδιαμάντης, ή ο Λουντέμης, ή ο Βιζυηνός. Ίσως μια καλή έκθεση να είναι η ένδειξη πως υπάρχει λογοτεχνικό ταλέντο. Ωστόσο από την εμπορευματοποίηση του συστήματος, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να πήξουμε στους λογοτέχνες της δημιουργικής γραφής που δεν έχουν απολύτως τίποτα να προσφέρουν πέρα από την ανάλωση του χρόνου μας στην ανάγνωση. Μια ανάγνωση που στο τέλος δεν αφήνει παρά μόνο μια γεύση του απόλυτου τίποτα.

Δεν ξέρω τι φταίει, αλλά από το σχολείο αρχικά μίσησα τη λογοτεχνία για τους χαμηλούς μου βαθμούς στην έκθεση και το Παπαδιαμάντη γιατί δεν κατανοούσα τη γλώσσα του, το ύφος και το ήθος του.
Όταν αναγκαστικά εργάστηκα ως δημοσιογράφος ειδικού τύπου, υπέστην τόσες πολλές διορθώσεις των κείμενων μου με βάση το λεξικό του Μπαμπινιώτη  που τον μίσησα και αυτόν. Όταν ξέρεις πως ο καθένας στέκει με το τουφέκι στο τι θα γράψεις , τι θα πεις, πως θα το πεις, έρχεται κάποια στιγμή που κατανοείς το πρόβλημα του αρχισυντάκτη σου. Ίσως και  δίχως να το καταλάβει ο διορθωτής γίνεται λογοκριτής. Ο χειριστής του λόγου, ο συντάκτης, αισθάνεται σαν μάγος στη φωτιά της ιερής εξέτασης, ή «εις την πυρά της ιεράς εξετάσεως».
Αυτή είναι  η γλώσσα μας και αυτοί που αποφασίζουν πως θα γράφουμε και πως θα την ομιλούμε, ας τη χαίρονται. Ωστόσο ο χειρισμός της γλώσσας και η εφαρμογή του συντάγματος αφήνονται στο πατριωτισμό των Ελλήνων, νομίζω;


Γιάννης Γλυνός